Στη δημοσκόπηση της GPO, που παρουσιάζει σήμερα το iefimerida.gr, αποτυπώνεται πως το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες παραμένει η ακρίβεια και αυτό θα πρέπει να το αντιμετωπίσει άμεσα η κυβέρνηση.
Ακολουθούν τα συμπεράσματα της δημοσκόπησης του Οκτωβρίου για το iefimerida από τον διευθυντή ερευνών GPO, Αντώνη Παπαργύρη.
Η ακρίβεια με 64% και η οικονομική πίεση που προκαλεί αποτελούν την κυρίαρχη εμπειρία για την πλειονότητα των πολιτών και διαμορφώνει το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αξιολογούν τόσο την καθημερινότητά τους όσο και τη δημόσια ατζέντα.
Μόλις το 5,9% δηλώνει ότι ζει άνετα και μπορεί να αποταμιεύει, ενώ το 26,7% ζει άνετα αλλά χωρίς δυνατότητα αποταμίευσης. Αντίθετα, το 41,5% αναφέρει ότι καλύπτει τις ανάγκες του με δυσκολία, το 18,6% ότι δυσκολεύεται πολύ να καλύψει όλες τις ανάγκες του και ένα επιπλέον 5,9% ότι δεν καλύπτει ούτε τις βασικές του ανάγκες. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν τα δύο τρίτα κινούνται από τα όρια της φτώχειας έως τη σοβαρή οικονομική πίεση, εύρημα που εξηγεί γιατί τα ζητήματα της αγοραστικής δύναμης αποκτούν τόσο μεγάλη πολιτική και κοινωνική βαρύτητα.
Η κυριαρχία της ακρίβειας ως εθνικού προβλήματος είναι συντριπτική και ξεπερνά κατά πολύ κάθε εναλλακτική προτεραιότητα. Με εξαίρεση το ζήτημα της διαφθοράς, όλα τα υπόλοιπα ζητήματα καταγράφουν μονοψήφια ποσοστά, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι δεν είναι ουσιαστικά. Η εικόνα όμως αυτή δείχνει ότι, πριν από οποιαδήποτε άλλη μεταρρυθμιστική ή θεσμική συζήτηση, οι πολίτες αξιολογούν την παρούσα συγκυρία πρωτίστως μέσα από το άμεσο κόστος ζωής και το επίπεδο του διαθέσιμου εισοδήματός τους.
Η ένταση της οικονομικής πίεσης γίνεται ακόμη πιο σαφής όταν εξεταστούν οι συγκεκριμένες ανάγκες των νοικοκυριών. Στα τρόφιμα και στις αγορές σούπερ μάρκετ, το 53,2% δηλώνει ότι δυσκολεύεται πολύ ή αρκετά, ενώ όσο αφορά την πληρωμή λογαριασμών ενέργειας, το αντίστοιχο ποσοστό φθάνει στο 55,8%, επιβεβαιώνοντας ότι οι πιο βασικές και ανελαστικές δαπάνες είναι εκείνες που πιέζουν περισσότερο. Η πίεση αυτή δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια προσαρμογής για τα νοικοκυριά, επειδή αφορά κατηγορίες εξόδων που δεν μπορούν εύκολα να περικοπούν χωρίς άμεση επίπτωση στην ποιότητα ζωής.
Ιδιαίτερα οξυμένο εμφανίζεται το έξοδο των μετακινήσεων και της θέρμανσης, καθώς τα καύσιμα και το πετρέλαιο θέρμανσης συγκεντρώνουν τα υψηλότερα ποσοστά, με το 66,1% να δυσκολεύεται πολύ και αρκετά να καλύψει το συγκεκριμένο έξοδο.
Ουσιαστικά , αυτό δείχνει ότι η πίεση δεν περιορίζεται μόνο στην κατανάλωση εντός του σπιτιού, αλλά επηρεάζει και το κόστος πρόσβασης στην εργασία, στις υπηρεσίες και στη γενικότερη κινητικότητα, κάτι που επιβαρύνει ιδιαίτερα την καθημερινή λειτουργία του νοικοκυριού.
Για τα αίτια της ακρίβειας, οι πολίτες δεν υιοθετούν μια μονοδιάστατη ερμηνεία. Η πλειονότητα, 45,2%, θεωρεί ότι οφείλεται εξίσου στις διεθνείς συνθήκες όσο και στην κυβερνητική πολιτική. Το 34,2% αποδίδει την ακρίβεια κυρίως στην πολιτική της κυβέρνησης, ενώ το 20% τη θεωρεί κυρίως εισαγόμενη λόγω των διεθνών συνθηκών. Η κατανομή αυτή έχει σαφή στρατηγική σημασία: οι πολίτες αναγνωρίζουν τον εξωτερικό παράγοντα, αλλά δεν απαλλάσσουν την εγχώρια πολιτική διαχείριση από την ευθύνη, γεγονός που αυξάνει τις προσδοκίες για χειροπιαστές και άμεσες παρεμβάσεις.
Είναι λοιπόν ξεκάθαρο ότι η αντιμετώπιση του κόστους ζωής δεν είναι απλώς ένα επιμέρους οικονομικό ζήτημα αλλά το βασικό κριτήριο μέσα από το οποίο οι πολίτες ερμηνεύουν, αξιολογούν και κάνουν τις επιλογές τους για ένα πολιτικό σύστημα, η οικονομική αξιοπιστία του οποίου εμφανίζεται τουλάχιστον ανεπαρκής.
Στις βασικές οικονομικές θεματικές που εξετάστηκαν για τη ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και την ΕΛΑΣ η συχνότερη απάντηση ήταν ότι κανένα από αυτά τα κόμματα δεν διαθέτει ένα ρεαλιστικό σχέδιο με αποτέλεσμα να εκπέμπεται μια εικόνα απουσίας πειστικής οικονομικής πρότασης. Θα πρέπει, ωστόσο, να επισημάνουμε ότι μέσα σε αυτό το οικονομικό περιβάλλον δυσπιστίας η ΝΔ συνεχίζει να διατηρεί ένα σχετικό προβάδισμα όχι όμως αρκετό ώστε να μετατρέπεται σε κυρίαρχη αίσθηση. Αυτό επιβεβαιώνει ότι το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να έχει το ισχυρότερο αποτύπωμα εκεί όπου οι πολίτες τείνουν να αναζητούν διοικητική ικανότητα, αλλά η υπεροχή αυτή παραμένει μειοψηφική και δεν υπερβαίνει την ευρεία πεποίθηση ότι καμία πρόταση δεν είναι πλήρως πειστική.
Η εικόνα διαφοροποιείται όταν το οικονομικό ζήτημα συνδέεται περισσότερο με κοινωνική προστασία και αναδιανομή, με την ΕΛΑΣ να συγκεντρώνει ποσοστά πολύ κοντά σε αυτά της ΝΔ δείχνοντας ότι υπάρχει για τα κόμματα της αντιπολίτευσης μεγαλύτερο περιθώριο διείσδυσης σε θέματα κοινωνικής θωράκισης απ' ό,τι στα μακροοικονομικά ζητήματα.
Το 52,7% θέλει αυτοδυναμία μετά τις εκλογές
Όσον αφορά την επομένη των εκλογών, το 27,8% δηλώνει ότι θα επιθυμούσε την παραμονή της ΝΔ στην κυβέρνηση και του Κ. Μητσοτάκη στη θέση του πρωθυπουργού και, παρά τη σαφή προτίμηση για αλλαγή κατεύθυνσης από το 68,5%, οι πολίτες δεν έχουν καταλήξει σε ένα εξίσου σαφές μοντέλο διακυβέρνησης.
Το εκλογικό σώμα σε ποσοστό 42,8% θα ήθελε κυβέρνηση συνεργασίας, σε αντίθεση με το αυξημένο σε σχέση με τον Σεπτέμβριο 52,7% που, βλέποντας το αδιέξοδο, αναγνωρίζει την ανάγκη μιας αυτοδύναμης κυβέρνησης ακόμη κι αν χρειαστούν για την επίτευξή της επαναλαμβανόμενες εκλογές.
Η ΝΔ εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ο ισχυρότερος φορέας σε ζητήματα ανάπτυξης
Συνολικά, τα ευρήματα περιγράφουν ένα πολιτικό τοπίο όπου η ΝΔ εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ο ισχυρότερος φορέας σε ζητήματα ανάπτυξης και, δευτερευόντως, ακρίβειας, αλλά η απόδοσή της παραμένει χαμηλή σε απόλυτους όρους. Η ΕΛΑΣ εμφανίζει μεγαλύτερη σύνδεση με την προστασία εργαζομένων και μεσαίας τάξης, χωρίς όμως να διασπά το γενικευμένο αίσθημα της απουσίας ενός πραγματικά ρεαλιστικού σχεδίου. Το αποτέλεσμα είναι μια εκλογική αγορά ανοιχτή, απαιτητική και δύσπιστη, στην οποία όποιος θέλει να κερδίσει πλειοψηφικό έρεισμα θα χρειαστεί να συνδυάσει οικονομική αξιοπιστία, καθαρή πρόταση διακυβέρνησης και, ενδεχομένως, πνεύμα συνεννόησης που να υπερβαίνει τα στενά κομματικά όρια.
Καταλληλότερος ο Κυριάκος Μητσοτάκης
Στη συνολική αξιολόγηση των πολιτικών αρχηγών και συγκεκριμένα στον δείκτη καταλληλότητας, ο Κ. Μητσοτάκης με 28,5% διατηρεί την πρώτη θέση έχοντας καθαρή διαφορά από τον Α. Τσίπρα που ακολουθεί δεύτερος με 14,8% και τον τρίτο Ν. Ανδρουλάκη με 9,4%.
Η πιθανότητα ψήφου ενός νέου κόμματος υπό τον κ. Σαμαρά καταγράφει ένα ισχυρό ενδεχόμενο της τάξης του 3,2% με τη συνολική δυνητική δεξαμενή να αποτυπώνεται στο 10,5% δείχνοντας προς το παρόν να λειτουργεί περισσότερο ως μια εκτονωτική εναλλακτική δύναμη και λιγότερο ως ένας μαζικός πόλος έλξης του κατακερματισμένου αντιπολιτευτικού σκηνικού.
Η πρόθεση ψήφου στη δημοσκόπηση GPO/iefimerida
Στην πρόθεση ψήφου η ΝΔ καταγράφει πολύ μικρές απώλειες και αποτυπώνεται στο 25,2% από το 25,8% του Σεπτεμβρίου, ενώ απολύτως σταθεροποιημένοι είναι με 13,5% και 11,2% η ΕΛΑΣ και το ΠΑΣΟΚ αντίστοιχα, με τη μεταξύ τους διαφορά στη μάχη της δεύτερης θέσης να είναι στις 2,3 ποσοστιαίες μονάδες. Το ΚΚΕ καταγράφει άνοδο και βρίσκεται στην τέταρτη θέση με 8,1% και ακολουθούν με 7,3% η Ελληνική Λύση, με 4% η Πλεύση Ελευθερίας και με 3,3% η Φωνή Λογικής. Η Ελπίδα για Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού συγκεντρώνει μόλις 2,2%, ενώ η Συμμαχία Ελλήνων, το κόμμα πίσω από το οποίο φέρεται να βρίσκεται ο Ηλίας Κασιδιάρης καταγράφει ποσοστό 2,4%.
Η εκτίμηση ψήφου στη δημοσκόπηση GPO/iefimerida
Στην εκτίμηση ψήφου η ΝΔ καταγράφει ποσοστό 29,4%. Η ΕΛΑΣ βρίσκεται στο 15,7% και το ΠΑΣΟΚ στο 13,1%, το ΚΚΕ με 9,4% βρίσκεται στην τέταρτη θέση και ακολουθεί η Ελληνική Λύση με 8,5%, με 4,7% η Πλεύση Ελευθερίας και με 3,8% η Φωνή Λογικής, ενώ η Ελπίδα για Δημοκρατία συγκεντρώνει ποσοστό 2,6%, το οποίο δεν της εξασφαλίζει την είσοδο στη Βουλή, ενώ η Συμμαχία Ελλήνων είναι στο 2,8%.
Το ΠΑΣΟΚ, αν και παραμένει στην τρίτη θέση, πλέον πλησιάζει την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Τον Ιούλιο η διαφορά ανάμεσα στα δύο κόμματα που δίνουν μάχη για τη δεύτερη θέση ήταν στο 5,8%, με την ΕΛΑΣ να συγκεντρώνει 16,6% και το ΠΑΣΟΚ 10,8%.
Το ΠΑΣΟΚ, από τη ΔΕΘ και μετά, έχει ξεκινήσει μια σταθερή ανοδική δημοσκοπική πορεία διεκδικώντας ξανά τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αυτό καταγράφεται και δημοσκοπικά, καθώς η βελόνα, αν και με αργές κινήσεις, κινείται προς τα πάνω.
Σήμερα, 3,5 μήνες μετά, η διαφορά έχει μειωθεί στις 2,6 ποσοστιαίες μονάδες, με την ΕΛΑΣ να καταγράφει πτώση σχεδόν μιας μονάδας (0,9%) και να βρίσκεται στο 15,7%, ενώ το ΠΑΣΟΚ να έχει άνοδο 2,3% με το ποσοστό του να είναι στο 13,1%.
Πέραν της ανόδου του ΠΑΣΟΚ και της πτώσης της ΕΛΑΣ στην δημοσκόπηση της GPO για το iefimerida.gr τον μήνα Οκτώβριο καταγράφεται μεγάλη πτώση στο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, Ελπίδα για τη Δημοκρατία, το οποίο πλέον βρίσκεται κάτω από το όριο εισόδου στη Βουλή. Η πτώση που σημειώνεται είναι της τάξεως του 4,4%, καθώς τον περασμένο Ιούλιο το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού συγκέντρωνε ποσοστό 7% και τον Οκτώβριο η βελόνα έπεσε στο 2,6%.
Η δημοσκόπηση σε κάρτες :














0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου