Μια βαρύνουσας σημασίας παρέμβαση πραγματοποίησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ε.τ., Γεώργιος Σανιδάς, αναλύοντας με νομική αυστηρότητα και θεσμικό βάθος τη σφοδρή αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της ελληνικής Δικαιοσύνης.
Με αφορμή τις πρόσφατες προκλητικές και με πονηρό σκοπό δημόσιες τοποθετήσεις και διαφωνίες της επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, αναφορικά με τη θητεία των Ελλήνων εντεταλμένων εισαγγελέων και τη διαχείριση ευαίσθητων δικογραφιών, ο ανώτατος πρώην εισαγγελικός λειτουργός ξεκαθαρίζει τα όρια των αρμοδιοτήτων και της εθνικής κυριαρχίας.
Μέσα από το κείμενό του, ο κ. Σανιδάς τεκμηριώνει γιατί οι αξιώσεις του Κολλεγίου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περί αποκλειστικής αρμοδιότητας στην ανανέωση θητειών στερούνται νομικής βάσης, ερχόμενες σε αντίθεση τόσο με τον ευρωπαϊκό Κανονισμό όσο και με την ελληνική νομοθεσία.
Παρέμβαση Γ. Σανιδά στο dikastiko.gr: Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο
Α. Η Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι, είχε και έχει τη θέση, την οποία υιοθέτησε και το Κολλέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με την εκδοθείσα απόφασή του την 12.11.2025, για την ανανέωση της θητείας τριών εκ των εντεταλμένων Ελλήνων Εισαγγελέων, οκτώ περίπου μήνες πριν τη λήξη της θητείας τους, ότι αποκλειστικό δικαίωμα για την πιο πάνω ανανέωση, και μάλιστα για πέντε έτη, είχε μόνο το ρηθέν Κολλέγιο, και ότι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο της Ελληνικής Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (που είχε αποφασίσει προ πέντε ετών την πιο πάνω τοποθέτηση τους), δεν είχε καμία δικαιοδοσία, αρμοδιότητα αλλά και δικαίωμα να επιληφθεί επί του ζητήματος αυτού, κατά πάσα δε περίπτωση, αν επελαμβάνετο, θα έπρεπε να στοιχηθεί πλήρως με τη δική της θέση και τη θέση του Κολλεγίου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Μάλιστα η Λάουρα Κοβέσι πίεζε αρχικά παντοιοτρόπως και ανεπιτρέπτως, ενίοτε και με απειλές, ότι θα οδηγήσει τη χώρα μας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (το δεύτερο ήδη το έκανε) και δη τόσο την εκτελεστική εξουσία όσο και την ηγεσία της Δικαιοσύνης, προκειμένου να συμμορφωθεί με την ως άνω θέση του Κολλεγίου των Ευρωπαίων Εισαγγελέων, που ήταν και δική της θέση.
Το Α.Δ.Σ της Ελληνικής Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης ήταν αντίθετο, και ορθώς, με την ως άνω θέση, και ανανέωσε τη θητεία των τριών Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων για δύο μόνο έτη, με σκοπό την ολοκλήρωση των ερευνών, στις εκκρεμείς υποθέσεις που έχουν.
Το ως άνω Α.Δ.Σ. επελήφθη, μετά την αποστολή σχετικού ερωτήματος από την Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέα, η οποία, τυπικά τουλάχιστον, άλλαξε θέση, ως προς το ζήτημα της, κατά πρώτο λόγο, αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου της Ελληνικής Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, θεωρεί όμως μη νόμιμη την απόφασή του, ως προς τον περιορισμένο χρόνο ανανέωσης, ήτοι την ανανέωση για δύο έτη, ενώ θα έπρεπε να αποφάσιζε για πέντε έτη.
Όμως, τόσο η αρχική θέση της Γενικής Ευρωπαίας Εισαγγελέως και του Κολλεγίου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όσο και η διατηρούμενη αντίθετη θέση ως προς το χρονικό διάστημα που θα έπρεπε να ανανεωθεί η θητεία των τριών Εισαγγελέων (πενταετία αντί διετία) είναι προδήλως μη σύννομη και αυθαίρετη, αφού έρχεται σε αντίθεση τόσο προς τον Κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 12ης Οκτωβρίου 2017, όσο και με το Ν. 4786/23.3.2021, με τον οποίο τέθηκε σε εφαρμογή ο πιο πάνω Κανονισμός.
Ειδικότερα:
Με το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του ρηθέντος Κανονισμού ορίζονται τα ακόλουθα:
«1. Κατόπιν πρότασης του (της) ευρωπαίου(ας) γενικού(ής) Εισαγγελέα, το συλλογικό όργανο διορίζει τους (τις) Ευρωπαίους(ες) εντεταλμένους(ες) Εισαγγελείς που ΠΡΟΤΕΙΝΟΥΝ τα κράτη μέλη. Το συλλογικό όργανο μπορεί να απορρίψει ένα πρόσωπο που προτάθηκε εάν δεν πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 2. Η θητεία των ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων είναι πενταετής και μπορεί να ανανεωθεί.
Οι Ευρωπαίοι(ες) εντεταλμένοι(ες) Εισαγγελείς από τη στιγμή του διορισμού τους σε θέση Ευρωπαίου(ας) εντεταλμένου(ης) Εισαγγελέα έως την παύση τους είναι ενεργά μέλη της Εισαγγελικής Αρχής ή του δικαστικού σώματος των αντίστοιχων κρατών μελών που τους (τις) πρότειναν. Παρέχουν εχέγγυα ανεξαρτησίας και οφείλουν να διαθέτουν τα αναγκαία προσόντα και την ανάλογη πρακτική πείρα στο εθνικό νομικό τους σύστημα».
Τέλος, με το άρθρο 13 παρ. 3 του ίδιου Κανονισμού, ορίζονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Οι Ευρωπαίοι(ες) εντεταλμένοι(ες) Εισαγγελείς μπορούν επίσης να ασκούν καθήκοντα εθνικού(ής) Εισαγγελέα, εφόσον αυτό δεν τους εμποδίζει να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό…»
Εξάλλου, με το άρθρο 9 παρ. 1 και 6α του Ν. 4786/23.3.2021, ορίζεται ότι:
«1. Η επιλογή των υποψηφίων για διορισμό ως Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων πραγματοποιείται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 49, 50 και 51 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν. 1756/1988)…
α. Οι Ευρωπαίοι Εντεταλμένοι Εισαγγελείς πλήρους απασχόλησης, αμέσως μετά από τον διορισμό τους, μετατίθενται ή αποσπώνται και τοποθετούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 49, 50 και 51 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, στο Γραφείο Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, μέχρι να λήξει η θητεία τους. … Σε περίπτωση ανανέωσης της θητείας τους εφαρμόζεται η ίδια διαδικασία…».
Εν όψει των ανωτέρω, είναι πρόδηλο ότι οι εντεταλμένοι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς, οι οποίοι άλλωστε εδρεύουν στο κράτος που τους προτείνει για τη θέση αυτή και μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους, εξακολουθούν να αποτελούν οργανικά μέλη της Ελληνικής Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και εντεύθεν, για οποιαδήποτε μεταβολή στην υπηρεσιακή και προσωπική τους κατάσταση, αρμόδιο παραμένει το ρηθέν Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, του οποίου θα πρέπει να προηγηθεί απόφαση, πριν από το διορισμό τους ως Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων, μετά από αίτημα του (της) Ευρωπαίου(ας) Γενικού(ης) Εισαγγελέως.
Με βάση τα ανωτέρω, είναι προφανές ότι θα ήταν όχι απλώς μη σύννομη αλλά και αδιανόητη, η εμμονή στη θέση ότι, για την ανανέωση της θητείας των διορισθέντων ως Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων δεν απαιτείται να προηγηθεί απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, του κράτους το οποίο τους πρότεινε, το οποίο αντιπροσωπεύουν και στο οποίο οργανικά ανήκουν, αλλά αρκεί προς τούτο η απόφαση του Κολλεγίου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Γενικής Ευρωπαίας Εισαγγελέως.
Αυτό άλλωστε, που δεν θα το υποστήριζαν ούτε πρωτοετείς φοιτητές της Νομικής Σχολής, το αποκλείει ρητώς η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 6α, εδ. τελευταίο, με την οποία ορίζεται ότι «σε περίπτωση ανανέωσης της θητείας τους εφαρμόζεται η ίδια διαδικασία».
Περαιτέρω όμως, δεν είναι σύννομη και η θέση της Γενικής Ευρωπαίας Εισαγγελέως και του Κολλεγίου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ότι σε περίπτωση ανανέωσης της θητείας των εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων, αυτή θα πρέπει να γίνει υποχρεωτικά για πενταετία, διότι: 1) τούτο δεν διαλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Κανονισμού 2017/1939 του ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, αλλά τόσο η ανανέωση όσο και η έκταση αυτής, αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του οργάνου του κράτους, το οποίο εκπροσωπούν οι διορισθέντες το πρώτον εντεταλμένοι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς, που στην προκειμένη περίπτωση είναι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης της Ελλάδας, το οποίο προφανώς, μεταξύ των άλλων, λαμβάνει υπόψη και τις λειτουργικές ανάγκες της Ελληνικής Εισαγγελικής Αρχής, και 2) δεν είναι λογικό, η ίδια η ανανέωση, που είναι το μείζον, να είναι δυνητική και το ελάσσον, που είναι ο χρόνος ανανεώσεως, να είναι υποχρεωτικώς η πενταετία.
Β. Η Λάουρα Κοβέσι όμως, ακαίρως – ευκαίρως παρεμβαίνει στην ελληνική έννομη τάξη με υποδείξεις και δηλώσεις προπετείς, που εκφεύγουν της διαγραφομένης δικαιοδοσίας της από τον ρηθέντα Κανονισμό 2017/1939. Και όχι μόνο αυτό. Τα ζητήματα και θέματα ως προς τα οποία παρεμβαίνει, αποτελούν ζητήματα και θέματα ρυθμιζόμενα από την ελληνική έννομη τάξη και προεχόντως από το Σύνταγμα, ως προς τα οποία ούτε δικαιοδοσία έχει, ούτε εμπίπτουν στα καθήκοντά της, ως Γενικής Ευρωπαίας Εισαγγελέως.
Έτσι, ειδικότερα:
Ι. Η θέσπιση ή η τροποποίηση Συνταγματικών διατάξεων και το περιεχόμενό τους, αποτελούν έργο αποκλειστικό των αρμοδίων οργάνων της ελληνικής εννόμου τάξεως και κυρίως της Βουλής. Ως εκ τούτου, οι υποδείξεις της, και μάλιστα κατ’ επανάληψη, για αλλαγή του άρθρου 86 του Συντάγματος, αποτελούν προπετή συμπεριφορά οργάνου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, το οποίο είτε αγνοεί είτε ενσυνείδητα δεν σέβεται την έκταση της δικαιοδοσίας του και τα καθήκοντά του, τα οποία εκπορεύονται κυρίως από τον ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΕ) 2017/1939 του ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 12.10.2017.
ΙΙ. Έχει αναφέρει σε προπετείς επίσης δηλώσεις της, ότι πρέπει να καταργηθούν οι διατάξεις περί ασυλίας βουλευτών και υπουργών, τα οποία εκφεύγουν επίσης των ορίων των καθηκόντων της, όπως αυτά διαγράφονται στον ρηθέντα Κανονισμό 2017/1939.
Κατ’ αρχάς, διατάξεις περί ασυλίας υπουργών δεν υπάρχουν. Υπάρχει ειδική διαδικασία για την έρευνα περί ποινικής ευθύνης υπουργών, ως προς την οποία υπάρχουν προβληματισμοί και σχεδιάζεται η αντικατάστασή τους, και για την οποία δεν έχει κανένα δικαίωμα να παρεμβαίνει και να υποδεικνύει, καθ’ όσον είναι ζήτημα που αφορά το κράτος μας.
Ως προς την ασυλία των βουλευτών, θα παρατηρήσουμε ότι και αυτό είναι ζήτημα ξένο προς τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές της, όπως αυτά προκύπτουν από τον ρηθέντα Κανονισμό, και το ελάχιστο που μπορούμε να πούμε είναι ότι και οι δηλώσεις της ως προς το ζήτημα αυτό, είναι προπετείς.
Πολύ περισσότερο όταν την ύπαρξη ασυλίας σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για κάποια πρόσωπα, τη γνωρίζει και την αποδέχεται και ο ίδιος ο Κανονισμός 2017/1939 του ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 12ης Οκτωβρίου 2017, λόγος για τον οποίο προτρέπει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στην περίπτωση που λόγω της ασυλίας παρεμποδίζεται η υπό διεξαγωγή έρευνα, που αφορά τέτοια πρόσωπα, να υποβάλει αιτιολογημένο γραπτό αίτημα περί άρσεως της ασυλίας, με την οποία καλύπτονται τα πρόσωπα αυτά (άρθρο 29 παρ. 1 του ρηθέντος ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ).
ΙΙΙ. Διαμαρτύρεται η Γενική Ευρωπαία Εισαγγελέας γιατί εισήχθη να ψηφισθεί διάταξη από την Βουλή, με την οποία να επισπεύδεται η εκδίκαση υποθέσεων καταχρήσεως σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν σ’ αυτές φέρονται να εμπλέκονται και βουλευτές, επειδή αυτό θα παρεμποδίζει τη σχολαστική έρευνα τέτοιων υποθέσεων.
Θα ήταν προτιμότερο, πριν εκφράσει τη διαμαρτυρία της για το ανωτέρω ζήτημα:
1) να ενθυμηθεί ότι είχε ερωτηθεί (κατά την άποψή μας κακώς) από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, για τη ρύθμιση αυτή και είχε εκφράσει την ικανοποίηση και επιδοκιμασία της, και
2) να έχει ερευνήσει: α) γιατί οι δύο εντεταλμένοι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς κρατούσαν στα χέρια τους τη δικογραφία, που φέρονταν να εμπλέκονται βουλευτές, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο υποβληθέν στον Πρόεδρο της Βουλής, αίτημά τους, επί τρία σχεδόν χρόνια, στα οποία θα μπορούσαν να έχουν ερευνήσει με πληρότητα την υπόθεση (άλλωστε η ενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 244 του ελληνικού ΚΠοινΔ δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 10 μήνες) β) γιατί, ενώ η υπόθεση ήταν στο στάδιο της έρευνας, άρχισαν να δημοσιοποιούνται ονόματα βουλευτών και υπουργών, φερομένων ως εμπλεκομένων στις φερόμενες καταχρήσεις σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γ) ποιος έδιδε στη δημοσιότητα αυτά, μολονότι η ανάκριση ήταν μυστική, δ) γιατί επί τρία χρόνια, οι εντεταλμένοι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς δεν κάλεσαν όλους τους εμπλεκόμενους στις ερευνώμενες υποθέσεις (πλην των βουλευτών, ως προς τους οποίους έπρεπε προηγουμένως να αρθεί η ασυλία) για παροχή εξηγήσεων, όπως ήταν υποχρεωμένοι, σύμφωνα με το άρθρο 244 του Ελληνικού ΚΠοινΔ, ώστε να σχηματίσουν μία, κατά το δυνατόν, πλήρη εικόνα της υποθέσεως, και να ζητούσαν την άρση της ασυλίας, των βουλευτών που θα προέκυπταν στοιχεία σε βάρος τους, αλλά άρχισαν τις ανακριτικές διαδικασίες, με την αποστολή αιτήματος άρσεως ασυλίας των βουλευτών, που εφέροντο ως ηθικοί αυτουργοί των αυτουργών ή ηθικοί αυτουργοί των ηθικών αυτουργών!!!, και ε) γιατί, ενώ είχαν παραγγείλει πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διακριβωθεί εάν υπήρχε ζημία και ποιο ήταν το ύψος της ζημίας της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, δεν ανέμεναν το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, από το οποίο προκύπτει ότι στις πλείστες περιπτώσεις δεν υπήρχε ζημία σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αλλά έσπευσαν να ζητήσουν την άρση της ασυλίας των βουλευτών, την οποία μάλιστα, για λόγους προφανώς που εκείνοι γνωρίζουν, ανακοίνωναν και στα Μ.Μ.Ε.
Και θα ήταν επιβεβλημένο να ερευνηθεί περαιτέρω, πότε ζητήθηκε η ενέργεια πραγματογνωμοσύνης και πότε ακριβώς περιήλθε στα χέρια των εντεταλμένων Εισαγγελέων η έκθεση πραγματογνωμοσύνης.
Ανεξαρτήτως όμως τούτων και πέραν τούτων, δεν θα μπορούσε κάποιος κακοπροαίρετος να υποθέσει ότι όλα αυτά δεν έγιναν τυχαία, αλλά είναι απότοκα σκέψεων και επιδιώξεων των δύο εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων, ίσως και σε συνεργασία με τη Γενική Ευρωπαία Εισαγγελέα, ασχέτων με την αποστολή και το σκοπό λειτουργίας της Δικαιοσύνης, σκέψη την οποία εμείς βεβαίως, δεν συμμεριζόμαστε;
Θα πρέπει να συνειδητοποιήσει και να αποδεχθεί η Λάουρα Κοβέσι, ότι η Ελληνική Δικαιοσύνη, σε συνεργασία με τις επί μέρους ελληνικές διωκτικές Αρχές (όπως, μεταξύ των άλλων είναι η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων της Ελληνικής Αστυνομίας κ.λπ.), για την προστασία της οικονομίας και της περιουσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικά για τα ζητήματα των παρουσιαζομένων εισπράξεων ευρωπαϊκών πόρων, παρανόμως, μέσω των επιδοτήσεων και οικονομικών ενισχύσεων, κατέβαλε πάντοτε προσπάθειες για να αποκαλύπτονται αυτής της μορφής οι εγκληματικές συμπεριφορές και να τιμωρούνται οι υπαίτιοι.
Σε σχέση δε ειδικότερα με τις οικονομικές ενισχύσεις που δίδονταν στους αγρότες και κτηνοτρόφους μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις παρανομίες που ελάμβαναν χώρα, έχουν κινηθεί οι ελληνικές Αρχές και έχουν επιληφθεί πολύ πριν συσταθεί και επιληφθεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις πολλές συλλήψεις και δίκες που έχουν γίνει και γίνονται και τις επιβαλλόμενες ποινές σε δίκες και καταδίκες που έχουν αφετηρία, έρευνες από τις ελληνικές δικαστικές Αρχές, με τη συμπαράσταση των διωκτικών ελληνικών Αρχών.
Άλλωστε, είναι γνωστές οι καταδίκες πολλών ατόμων στο νομό Σερρών, οι συλλήψεις οργανωμένων εγκληματιών στις περιοχές Κρήτης και Θεσσαλονίκης, ενώ υπάρχουν σε εξέλιξη, σε όλη την Ελλάδα, αρκετές δίκες. Αυτά επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική Δικαιοσύνη και οι ελληνικές διωκτικές Αρχές ενεργούν με ταχύτητα και αποτελεσματικότητα, για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι και οικονομικά συμφέροντα των νομοταγών Ελλήνων πολιτών.
Έτσι, με τα ανωτέρω, επιβεβαιώνεται ότι η Ελλάδα είναι κράτος δικαίου και μάλιστα πολύ καλύτερο από πολλά άλλα, και οι όποιες αντίθετες αιτιάσεις σε βάρος της, που έχουν εκφρασθεί ακαίρως – ευκαίρως και από τη Γενική Ευρωπαία Εισαγγελέα, είναι πρόδηλο ότι οφείλονται σε ελλιπή ή ψευδή ενημέρωση αλλά και στην υποστήριξη ομοίων θέσεων εντός και εκτός της χώρας μας, ακόμη και ενώπιον της Ευρωβουλής, από διαφόρους, για λόγους, επιδιώξεις και σκοπούς που αυτοί γνωρίζουν, αδιαφορώντας αν με αυτή τη συμπεριφορά τους γίνονται «Μητραλοίες» ή «Βρούτοι».
Γ. Όπως συνάγεται από τα μέχρι τώρα εκτεθέντα, ατοπήματα, μη σύννομες ενέργειες, παραβίαση δικονομικών διατάξεων και κυρίως της διατάξεως του άρθρου 244 παρ. 1 του ΚΠοινΔικ, σε σχέση προς τη συγκεκριμένη υπόθεση, έχουν λάβει χώρα και από τους δύο εντεταλμένους Ευρωπαίους Έλληνες Εισαγγελείς, Πόπη Παπανδρέου και Διονύσιο Μουζάκη, κατά το χειρισμό της συγκεκριμένης υποθέσεως.
Κρίνουμε φρόνιμο να επισημάνουμε δι’ ολίγων, κάποια από αυτά:
1) Κατ’ αρχάς, κράτησαν επί τρία έτη τη συγκεκριμένη δικογραφία στα χέρια τους, χωρίς να προχωρήσουν στην ενέργεια ανακριτικών πράξεων.
2) Στο τέλος Μαρτίου του 2026, κυρίως με βάση την υπ’ αριθμόν 769/23.3.2026 Αναφορά πεπραγμένων που υπεβλήθη από την αρμόδια προανακριτική υπάλληλο της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων της Ελληνικής Αστυνομίας, στο πλαίσιο των από 18.9.2025 και 12.11.2025 σχετικών παραγγελιών τους, για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, και η οποία (αναφορά), όπως μπορεί να συναχθεί, έχει ως βάση τις υποκλαπείσες (νομίμως) συνομιλίες μεταξύ του, κατά το 2021 προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ, Δημητρίου Μελά και των 11 βουλευτών, αλλά και κάποιες άλλες συνομιλίες, συνέταξαν «έκθεση» με την ονομασία «Παράρτημα – Λεπτομερείς λόγοι για το αίτημα» το οποίο έχει επισυναφθεί στο από 31.3.2026, προς τον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων, έγγραφο της Γενικής Ευρωπαίας Εισαγγελέως, με το οποίο εζητείτο η άρση της ασυλίας 11 βουλευτών, φερομένων ως εμπλεκομένων στις, σ’ αυτό, αναφερόμενες υποθέσεις σε βάρος του ΟΠΕΚΕΠΕ και κατ’ επέκταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο τέλος της ανωτέρω εκθέσεως (Παραρτήματος) αναγράφονται επί λέξει τα ακόλουθα: «… Η άρση της ασυλίας των εν ενεργεία έντεκα (11) βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου … είναι αναγκαία, προκειμένου να καταστεί δυνατή η πρόοδος της έρευνας».
3) Σε σχέση προς τα διαλαμβανόμενα στο έγγραφο των δύο Ευρωπαίων Εισαγγελέων με την ονομασία «Παράρτημα – Λεπτομερείς Λόγοι για το αίτημα» θα πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:
α) Είναι ψεύδος το αναγραφόμενο στο άνω Παράρτημα, ότι είναι αναγκαία (η άρση της ασυλίας) προκειμένου να καταστεί δυνατή η πρόοδος της έρευνας. Τούτο διότι η έρευνα θα μπορούσε να αρχίσει και να προχωρήσει με εξέταση των λοιπών συμμετόχων (εκτός των 11 βουλευτών), η εξέταση δ’ αυτών θα αναδείκνυε ή μη και την αναγκαιότητα ή μη εξετάσεως και όλων ή κάποιων εκ των βουλευτών και εντεύθεν την αναγκαιότητα άρσεως της ασυλίας.
Η κίνηση των δύο εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων, δεν είναι απλώς παράλογη αλλά και περίεργη, εν όψει της ανακοινώσεως στα ΜΜΕ, των ονομάτων των βουλευτών, των οποίων εζητείτο η άρση της ασυλίας και του εντεύθεν διασυρμού τους, εάν ληφθεί υπόψη ότι οι ανακρίσεις είναι μυστικές.
β) Το κείμενο των δύο Ευρωπαίων Εισαγγελέων με τη ρηθείσα ονομασία του, εν όψει του αρχικού σταδίου στο οποίο ευρίσκετο η προκαταρκτική εξέταση, θα έπρεπε να είναι ένα απλό, πληροφοριακό σημείωμα, συνοδευόμενο ίσως και από τις αποκαλυφθείσες, δια της παρακολουθήσεως, συνομιλίες, χωρίς χαρακτηρισμούς και χωρίς οι βουλευτές να εμφανίζονται ως ύποπτοι, πολύ όμως περισσότερο ως κατηγορούμενοι.
Όμως, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις αναφέρονται ως ύποπτοι, για να καλυφθεί ο τύπος, ουσιαστικά αντιμετωπίζονται ως κατηγορούμενοι και μάλιστα ως ένοχοι κατηγορούμενοι, ολόκληρο δε το κείμενο του «Παραρτήματος», ευχερώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως καταδικαστική απόφαση, από την οποία απουσιάζουν μόνο οι ποινές.
Το περίεργο όμως είναι ότι η τακτική αυτή ακολουθείται και για φερομένους ως εμπλεκομένους στην υπόθεση αυτή (Πρόεδρο και υπαλλήλους του ΟΠΕΚΕΠΕ, κτηνοτρόφους, αγρότες κ.λπ.) χωρίς πρότερον να έχουν κληθεί και να έχουν δώσει εξηγήσεις, κατά το άρθρο 244 παρ. 1 του ΚΠοινΔικ, πράγμα που καθιστά άκυρη την έκθεση με την ονομασία «Παράρτημα – Λεπτομερείς λόγοι για το αίτημα».
Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω, θα μνημονεύσουμε κάποια αποσπάσματα του «Παραρτήματος»:
αα) σελ. 1: «Στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 16.3.2021 μέχρι 27.7.2022, οι ύποπτοι, μεταξύ άλλων Δ.Μ. … Α.Κ. …, ήτοι πραγματώνοντας την πράξη της απιστίας με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις … προκάλεσαν εν γνώσει, βέβαιη ζημία στην περιουσία άλλου, της οποίας, βάσει του νόμου, έχουν την επιμέλεια και διαχείριση … η ζημία δε που προκλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ …»,
ββ) φύλλο 7, σελ. 13: «Στα Τρίκαλα, την 2.3.2021 ο ύποπτος Σ.Σ. … τέλεσε τα κάτωθι περιγραφόμενα εγκλήματα … Υποκειμενικώς, ο ως άνω ύποπτος κτηνίατρος, ενήργησε με άμεσο δόλο (εν γνώσει)…».
Δ. Κατά την άποψή μας, ο αριθμός δέκα εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων στην Ελλάδα είναι υπερβολικός, σε σχέση μάλιστα προς άλλα, πολύ μεγαλύτερα σε πληθυσμό από την Ελλάδα, κράτη (όπως Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία), όπου ο αριθμός δεν υπερβαίνει τους επτά. Άλλωστε, καθ’ όσον γνωρίζουμε, οι εντεταλμένοι στην Ελλάδα Ευρωπαίοι Εισαγγελείς, κατ’ ουσία παραλαμβάνουν έτοιμες δικογραφίες από τις Ελληνικές Διωκτικές Αρχές, στις οποίες, κατά κανόνα, περιλαμβάνονται και τα σχετικά πορίσματά τους, που προκύπτουν τα συλλεγέντα στοιχεία, των οποίων μάλιστα τη σύνταξη μπορεί να έχουν ζητήσει οι ίδιοι οι Εντεταλμένοι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς, με βάση δε τα στοιχεία αυτά, ασκούν τις προσήκουσες διώξεις και παραπέμπουν τις υποθέσεις και τους κατηγορουμένους (εφ’ όσον έχουν συλληφθεί) στον «Ευρωπαίο» ανακριτή Αθηνών.
Καθ’ όσον γνωρίζουμε, δεν συμμετέχουν σε έρευνες, ούτε ενεργούν ανακριτικές πράξεις, τόσο εντός της περιοχής Αθηνών, όσο και εντός της υπόλοιπης Ελληνικής Επικράτειας, καίτοι έχουν υποχρέωση προς τούτο.
Με αυτά τα δεδομένα, ο ορισμός δέκα εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων για την Ελλάδα είναι υπερβολικός και θα πρέπει να μειωθεί. Τούτο όμως περαιτέρω σημαίνει ότι δεν θα έπρεπε να γίνει δεκτό το αίτημα της Γενικής Ευρωπαίας Εισαγγελέως, περί αυξήσεως των θέσεων των εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων κατά τρείς. Εάν αυτά μείνουν, οι θέσεις των Ευρωπαίων εντεταλμένων Εισαγγελέων στην Ελλάδα θα είναι πολύ καλές θέσεις «αγρανάπαυσης», με τριπλάσιο μάλιστα και πλέον μισθό, από εκείνον που λαμβάνουν οι λοιποί Έλληνες Εισαγγελείς.


.jpg)













