Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Μητσοτάκης στο Politico: Η ΕΕ χρειάζεται νέα μέτρα για να αντιμετωπίσει την εργαλειοποίηση της μετανάστευσης

 


Την ανάγκη η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποκτήσει ειδικό μηχανισμό για την αντιμετώπιση έκτακτων μεταναστευτικών κρίσεων, όπως εκείνη που αντιμετώπισε η Ελλάδα στον Έβρο το 2020 και πιο πρόσφατα η Ισπανία στη Θέουτα, αναδεικνύει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με άρθρο του στο Politico.

Αναλυτικά το άρθρο του Κυριάκου Μητσοτάκη:

«Το περιβάλλον ασφάλειας της Ευρώπης έχει αλλάξει ριζικά.

Πέρα από τις συμβατικές στρατιωτικές απειλές και τις κυβερνοεπιθέσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται ολοένα και περισσότερο αντιμέτωπη με μια πιο ύπουλη μορφή υβριδικής πίεσης: τη σκόπιμη εργαλειοποίηση της μετανάστευσης από κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες, οι οποίοι επιδιώκουν να δοκιμάσουν την ανθεκτικότητα της Ευρώπης, να υπονομεύσουν τη συνοχή της και να αποσπάσουν πολιτικές παραχωρήσεις.

Τα πρόσφατα γεγονότα στα σύνορα της Ευρώπης, και ιδιαίτερα στον ισπανικό θύλακα της Θέουτα, αποτελούν την πιο πρόσφατη υπενθύμιση ότι η μετανάστευση δεν είναι πλέον μόνο ένα ανθρωπιστικό ζήτημα ή μια πρόκληση διαχείρισης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει μετατραπεί σε εργαλείο γεωπολιτικού εξαναγκασμού.

Η ΕΕ έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο στο ζήτημα αυτό μέσω του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Έχει θεσπίσει μηχανισμούς για τη διαχείριση των μεταναστευτικών πιέσεων, συμπεριλαμβανομένης της ευελιξίας στις διαδικασίες της και της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών. Ωστόσο, τα εργαλεία αυτά έχουν σχεδιαστεί για καταστάσεις που, στον πυρήνα τους, παραμένουν διαχειρίσιμες. Δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς περιπτώσεις στις οποίες η μετανάστευση χρησιμοποιείται ως όπλο ή όπου οι μεταναστευτικές ροές οργανώνονται, ενισχύονται ή διευκολύνονται με τρόπο που δημιουργεί μια de facto υβριδική απειλή.

Βεβαίως, δεν γνωρίζουμε ακόμη τι προκάλεσε την κατάσταση που εκτυλίχθηκε στη Θέουτα την περασμένη εβδομάδα. Ωστόσο, τέτοιου είδους σενάρια δεν είναι πρωτοφανή.

Η Ελλάδα αντιμετώπισε μια παρόμοια κατάσταση στα χερσαία σύνορά της με την Τουρκία, στον Έβρο, το 2020, όπως και η Λιθουανία, η Πολωνία και η Λετονία στα σύνορά τους με τη Λευκορωσία το 2021. Αυτό που παρατηρούμε σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι μια σταδιακή αύξηση των αφίξεων, αλλά αιφνίδιες, μαζικές και συχνά συντονισμένες μετακινήσεις ανθρώπων — μερικές φορές δεκάδων χιλιάδων μέσα σε λίγες μόνο ημέρες — οι οποίες υπερβαίνουν τις εθνικές δυνατότητες διαχείρισης και δοκιμάζουν τη συνολική ανθεκτικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπό αυτές τις ακραίες συνθήκες, η άμεση και πλήρης εφαρμογή των συνήθων συστημάτων ασύλου και υποδοχής για όλους τους νεοεισερχόμενους δεν είναι απλώς δύσκολη· συχνά είναι αδύνατη. Τα συστήματα κινδυνεύουν να παραλύσουν, η εμπιστοσύνη των πολιτών διαβρώνεται και η ίδια η λειτουργία της Ζώνης Σένγκεν τίθεται υπό πίεση.

Η Ευρώπη πρέπει να αναγνωρίσει αυτό το κενό και να δράσει αποφασιστικά.

Αυτό που απαιτείται είναι ένα ειδικό ευρωπαϊκό πλαίσιο για καταστάσεις μαζικής και εργαλειοποιημένης μεταναστευτικής πίεσης, με σαφή και αντικειμενικά κριτήρια ενεργοποίησης. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να συνδυάζουν ποσοτικά στοιχεία — όπως η κλίμακα και η ταχύτητα των αφίξεων σε σχέση με τις δυνατότητες ενός κράτους — με ποιοτικούς δείκτες, όπως αποδείξεις συντονισμού, διευκόλυνσης ή εμπλοκής τρίτων χωρών ή οργανωμένων εγκληματικών δικτύων.

Μόλις ενεργοποιηθεί, στο πλαίσιο ενός ειδικά καθορισμένου καθεστώτος έκτακτης ανάγκης της ΕΕ, ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να επιτρέπει προσωρινές, αναλογικές και αυστηρά ελεγχόμενες προσαρμογές των συνήθων διαδικασιών. Οι ταχείες διαδικασίες ασύλου πρέπει επίσης να παραμείνουν μέρος της εργαλειοθήκης, ιδίως για άτομα που προέρχονται από χώρες με χαμηλά ποσοστά αναγνώρισης διεθνούς προστασίας.

Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί.

Η Ευρώπη πρέπει να αναγνωρίσει με ειλικρίνεια τα όρια των ταχύρρυθμων διαδικασιών ασύλου. Σε σαφώς καθορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις ακραίας και δυσανάλογης πίεσης — είτε στα χερσαία σύνορα είτε ύστερα από μαζικές αφίξεις διά θαλάσσης — τα κράτη-μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, στο πλαίσιο ειδικού καθεστώτος έκτακτης ανάγκης της ΕΕ, να αναστέλλουν προσωρινά την υποβολή και εξέταση αιτήσεων ασύλου για τους νεοαφιχθέντες, προχωρώντας παράλληλα στην ταχεία επιστροφή όσων δεν δικαιούνται να παραμείνουν, με πλήρη συμμόρφωση προς τις νομικές υποχρεώσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό δεν συνιστά απομάκρυνση από τις αξίες της Ευρώπης, αλλά μια αναγκαία προσαρμογή στις νέες πραγματικότητες.

Επιπλέον, κάθε τέτοιο μέτρο πρέπει να είναι αυστηρά χρονικά περιορισμένο, αναλογικό και να συνοδεύεται από ισχυρές δικλίδες προστασίας. Ο πλήρης σεβασμός του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της αρχής της μη επαναπροώθησης παραμένει αδιαπραγμάτευτος. Ταυτόχρονα, η τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων πρέπει να συμβαδίζει με την ικανότητα της ΕΕ να προστατεύει τα εξωτερικά της σύνορα και να διαφυλάσσει την εσωτερική της σταθερότητα.

Καθοριστικής σημασίας είναι επίσης το γεγονός ότι αυτή η ισορροπία δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς πραγματική ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Κανένα κράτος-μέλος που αντιμετωπίζει τέτοιου είδους πίεση δεν πρέπει να αφεθεί μόνο του. Η επιχειρησιακή στήριξη από τους οργανισμούς της ΕΕ, οι συντονισμένες προσπάθειες επιστροφής, καθώς και η οικονομική και τεχνική βοήθεια πρέπει να κινητοποιούνται αυτόματα κάθε φορά που ενεργοποιείται ένας τέτοιος μηχανισμός.

Χωρίς ένα τέτοιο πλαίσιο, οι κίνδυνοι είναι σαφείς. Τα κράτη πρώτης γραμμής παραμένουν εκτεθειμένα, τα κίνητρα για εχθρικούς δρώντες να εκμεταλλευθούν τη μετανάστευση για γεωπολιτικούς σκοπούς αυξάνονται και οι εσωτερικές διαιρέσεις στο εσωτερικό της Ένωσης βαθαίνουν. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητα της Ευρώπης να διαχειρίζεται αποτελεσματικά, δίκαια και συλλογικά τα σύνορά της θα συνεχίσει να υποχωρεί.

Η Ευρώπη πάντοτε προσαρμόζει τις πολιτικές της στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Η μετανάστευση δεν αποτελεί εξαίρεση. Και η αναγνώριση ότι μπορεί να εργαλειοποιηθεί δεν αποτελεί κινδυνολογία· αποτελεί ρεαλισμό.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει πλέον να εξοπλιστεί με τα αναγκαία νομικά και επιχειρησιακά εργαλεία ώστε να υπερασπιστεί τα εξωτερικά της σύνορα, να αποτρέψει όσους επιδιώκουν να εκμεταλλευθούν το ανοιχτό της χαρακτήρα και να ανταποκριθεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα με αποφασιστικότητα, νομιμότητα και συλλογική δράση.»




Σήμερα αποφασίζουν οι δικαστές αν θα προφυλακιστεί ο 41χρονος για την υπόθεση δολοφονίας της διασώστριας

 


Στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Σύρου θα παρουσιαστεί το πρωί ο 41χρονος κατηγορούμενος για τον θάνατο της διασώστριας στη Σύρο.

Ο άνδρας βρίσκεται σε κατ’ οίκον περιορισμό, όπως είχε αποφασιστεί προσωρινά, μέχρι να συνεδριάσει το Συμβούλιο. Μετά τη νέα απολογία του, οι πλημμελειοδίκες θα κρίνουν αν θα παραμείνει υπό το ίδιο καθεστώς ή αν θα διαταχθεί η προφυλάκισή του.

Η απόφαση αναμένεται να ληφθεί άμεσα, πιθανότατα μέσα στην ημέρα ή την Τετάρτη.

Ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου περί άμυνας

Ο 41χρονος, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει υποστηρίξει ότι ενήργησε σε κατάσταση άμυνας, καθώς φέρεται να ισχυρίζεται πως η διασώστρια εισήλθε στο σπίτι του κρατώντας μαχαίρι.

Την ίδια ώρα, η οικογένεια της 41χρονης και ο πρώην σύζυγός της αμφισβητούν τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, κάνοντας λόγο για αντιφάσεις στην κατάθεσή του.




Από την Λέσβο ως ασυνόδευτος είχε έρθει στην Αθήνα ο 26χρονος Αφγανός που σκότωσε τη Βρετανίδα στην Κυψέλη

 


Βίντεο από κάμερες ασφαλείας που ήρθε στο φως της δημοσιότητας καταγράφει τον 26χρονο Αφγανό επαγγελματία πυγμάχο που κατηγορείται για το φονικό να μεταφέρει μια μεγάλη βαλίτσα, η οποία, σύμφωνα με τις Αρχές, περιείχε τη σορό της γυναίκας.

Σύμφωνα με το υλικό από κάμερες κλειστού κυκλώματος, ο Σαρίφ Αχμαντζάι καταγράφεται να σέρνει μια μεγάλη μαύρη βαλίτσα στους δρόμους της Αθήνας, κρατώντας παράλληλα ένα μπλε σακίδιο.

Στη συνέχεια κατευθύνεται προς εγκαταλελειμμένο κτίριο στην περιοχή της Κυψέλης, όπου, σύμφωνα με τις Αρχές, άφησε τη βαλίτσα που φέρεται να περιείχε το πτώμα της άτυχης γυναίκας.

Περίπου 13 λεπτά αργότερα εμφανίζεται να αποχωρεί από το σημείο χωρίς τη βαλίτσα και το σακίδιο.

Σύμφωνα με την Daily Mail, μέχρι τη σύλληψή του, ο 26χρονος ήταν γνωστός στην Αθήνα όχι μόνο για την ενασχόλησή του με την επαγγελματική πυγμαχία, αλλά και για την κοινωνική του δράση στο πλευρό προσφύγων και ευάλωτων ομάδων.



Όπως αναφέρει η εφημερίδα, έφτασε στην Ελλάδα ως ασυνόδευτος ανήλικος πρόσφυγας το 2016, μέσω της Λέσβου, έπειτα από ένα δύσκολο ταξίδι από το Αφγανιστάν.

Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ασπάστηκε τον χριστιανισμό και το 2023 παντρεύτηκε την Αμερικανίδα Αλέινα Χολ.

Μαζί ίδρυσαν τη χριστιανική οργάνωση «Love Every Nation Athens», μέσω της οποίας παρείχαν υποστήριξη σε πρόσφυγες και οικογένειες που βρίσκονταν σε ανάγκη, οργανώνοντας διανομές τροφίμων, φαρμάκων και άλλων ειδών πρώτης ανάγκης.

Παράλληλα, ο Αχμαντζάι παρέδιδε δωρεάν μαθήματα πυγμαχίας σε ασυνόδευτους ανήλικους πρόσφυγες, ενώ συνέχιζε και την αγωνιστική του πορεία, συμμετέχοντας σε επαγγελματικούς αγώνες στην Ελλάδα στην κατηγορία super lightweight.

Καθοριστικό ρόλο στην εξιχνίαση της υπόθεσης φέρεται να διαδραμάτισε η σύζυγός του. Σύμφωνα με τις πληροφορίες η ίδια απευθύνθηκε στις Αρχές όταν άρχισε να υποψιάζεται τη συμπεριφορά του συζύγου της.

Όπως φέρεται να κατέθεσε, τα ξημερώματα της 16ης Ιουλίου διαπίστωσε ότι ο σύζυγός της έλειπε από το σπίτι. Μέσω εφαρμογής κοινής κοινοποίησης τοποθεσίας είδε ότι βρισκόταν στο διαμέρισμα όπου διέμενε η Ρος.

Αργότερα, όταν έγινε γνωστό ότι είχε βρεθεί η σορός της 38χρονης, εγκατέλειψε την οικογενειακή κατοικία μαζί με το βρέφος τους και ενημέρωσε τις Αρχές.

Σημειώνεται πως στις 19 Ιουλίου το κινητό του θύματος ενεργοποιήθηκε στην Αράχωβα, όπου, σύμφωνα με την ανάλυση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων και του βιντεοληπτικού υλικού, βρισκόταν και ο κατηγορούμενος μαζί με τη σύζυγο και το παιδί τους.

Ο Σαρίφ Αχμαντζάι αρνείται ότι σκότωσε τη Ρος. Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, ισχυρίζεται ότι τη βρήκε ήδη νεκρή στο μπάνιο του διαμερίσματος. Ωστόσο, φέρεται να έχει παραδεχθεί ότι μετέφερε τη σορό της, χρησιμοποίησε τις τραπεζικές της κάρτες για αναλήψεις χιλιάδων ευρώ και έστειλε μηνύματα από το κινητό της σε συγγενείς και φίλους, προσποιούμενος ότι ήταν η ίδια, σε μια προσπάθεια να καθυστερήσει η αποκάλυψη του θανάτου της. Ο κατηγορούμενος, μετά το έγκλημα -και αφού έκλεισε το κινητό της γυναίκας-, εξασφάλισε έναν άγνωστο τηλεφωνικό αριθμό και άρχισε να στέλνει γραπτά μηνύματα σε γνωστούς του θύματος, στη γυναίκα του, ακόμη και στον εαυτό του, στα οποία δήλωνε τζιχαντιστής και δράστης της δολοφονίας.

Στα μηνύματα έλεγε πως σκότωσε τη γυναίκα λόγω θρησκείας.

Η Ελίζαμπεθ-Τζέιν Ρος, καταγόμενη από το Εδιμβούργο, βρισκόταν στην Αθήνα από τα τέλη Ιουνίου, συμμετέχοντας σε εθελοντικές δράσεις υπέρ προσφύγων και άλλων ευάλωτων ομάδων. Το τελευταίο επιβεβαιωμένο σημάδι ζωής της καταγράφηκε το βράδυ της 15ης Ιουλίου. Στη συνέχεια συγγενείς και φίλοι συνέχισαν να λαμβάνουν μηνύματα από το κινητό της, τα οποία όμως θεώρησαν ύποπτα λόγω του διαφορετικού ύφους γραφής.

Τελικά η σορός της εντοπίστηκε λίγες ημέρες αργότερα μέσα σε βαλίτσα σε εγκαταλελειμμένο κτίριο στην Κυψέλη. Οι ελληνικές Αρχές σχημάτισαν δικογραφία σε βάρος του Σαρίφ Αχμαντζάι για ανθρωποκτονία από πρόθεση, ληστεία και παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων, ενώ οι έρευνες συνεχίζονται προκειμένου να διακριβωθεί πλήρως το κίνητρο της υπόθεσης.