Την ώρα που η Aμάλ Κλούνεϊ βρισκόταν στην Αθήνα και έκανε μια δυνατή δήλωση για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, από το βρετανικό Κοινοβούλιο ερχόταν ένα κρίσιμο «όχι» δείχνοντας ότι εκτός απο κλέφτες και ληστές είναι και ανθέλληνες.
Η κυβέρνηση Μπέρναμ ξεκαθάριζε ότι δεν σχεδιάζει να αλλάξει τον νόμο που επικαλείται το Βρετανικό Μουσείο για να αρνηθεί την επανένωση, κάνοντας κωλοτούμπα σε όσα έλεγε δείχνοντας και αυτός ότι είναι ένας συνεργός στην ληστεία που έχει γίνει απο Βρετανούς αρπάζοντας περιουσία.
«Ως Βρετανή δικηγόρος που κοιτάζει αυτή τη στιγμή τον Παρθενώνα, ευελπιστώ να δούμε σύντομα μια πολιτιστική ανταλλαγή μεταξύ της Βρετανίας και της Ελλάδας για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Ελπίζω να μην περάσουν πάλι 12 χρόνια για να επιστρέψω στην Ελλάδα, και κυρίως, όταν ξαναέρθω, τα Γλυπτά να βρίσκονται εδώ, σε κοινή θέα» ανέφερε.
Η Αμάλ Κλούνεϊ, βλέποντας απέναντί της τον Iερό Βράχο, από το Ολυμπιείο όπου πραγματοποιήθηκε η συνάντηση των Πρέσβεων Καλής Θελήσεως της UNESCO με πρωτοβουλία της Κωστάντζας Σμπώκου-Κωνσταντακοπούλου, επανήλθε σε ένα αίτημα που είχε διατυπώσει για πρώτη φορά το 2014. Τότε είχε βρεθεί στην Αθήνα ως μέλος της νομικής ομάδας που συμβούλευσε την ελληνική κυβέρνηση για τη διεκδίκηση των Γλυπτών του Παρθενώνα, έπειτα από πρόσκληση του τότε υπουργού Πολιτισμού και σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τασούλα.
Η χρονική σύμπτωση είναι εντυπωσιακή. Την ίδια ημέρα που η Κλούνεϊ έκανε αυτή τη δήλωση στην Αθήνα, στο Λονδίνο η κυβέρνηση του Άντι Μπέρναμ τοποθετούνταν πάνω στο σημείο όπου εδώ και χρόνια σκοντάφτει η συζήτηση για μια οριστική επιστροφή: στον βρετανικό νόμο.
Στις 28 Αυγούστου η Κλερ Χέιζελγκροουβ, βουλευτής των κυβερνώντων Εργατικών, είχε καταθέσει στο βρετανικό Κοινοβούλιο μια εξαιρετικά συγκεκριμένη γραπτή ερώτηση. Ζητούσε να μάθει εάν το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Πολιτισμού, Μέσων και Αθλητισμού είχε εξετάσει τα πιθανά οφέλη από την τροποποίηση του British Museum Act του 1963, ώστε να καταστεί δυνατή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η «μόνιμη μεταβίβαση» αντικειμένων από τη συλλογή του Βρετανικού Μουσείου, κατονομάζοντας τα Γλυπτά του Παρθενώνα.
Η ακριβής διατύπωσή της έχει σημασία: «Εάν το υπουργείο έχει αξιολογήσει τα πιθανά οφέλη από την τροποποίηση του νόμου του 1963 για το Βρετανικό Μουσείο, ώστε να καταστεί δυνατή η μόνιμη μεταβίβαση αντικειμένων από τη συλλογή του Βρετανικού Μουσείου σε εξαιρετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των Γλυπτών του Παρθενώνα».
Στις 10 Σεπτεμβρίου ήρθε η απάντηση του Ίαν Μάρεϊ εκ μέρους της κυβέρνησης: «Το υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Πολιτισμού, Μέσων και Αθλητισμού δεν έχει αξιολογήσει τα πιθανά οφέλη από την τροποποίηση του νόμου του 1963 για το Βρετανικό Μουσείο. Δεν έχουμε σχέδια να αλλάξουμε τον νόμο ώστε να επιτραπεί η μόνιμη μετακίνηση των Γλυπτών του Παρθενώνα» που έχουν κλαπεί υπενθυμίζουμε και οι κλέφτες είναι το Βρετανικό κράτος.
Η επιλογή των λέξεων αξίζει της προσοχής. Η Χέιζελγκροουβ μιλάει για «μόνιμη μεταβίβαση» -«permanent transfer»-, ενώ η κυβέρνηση απαντά χρησιμοποιώντας τον όρο «μόνιμη μετακίνηση» - «permanent move». Η θέση της κυβέρνησης Μπέρναμ, πάντως, είναι σαφής: Δεν σχεδιάζει να αλλάξει τον νόμο που περιορίζει τις δυνατότητες των επιτρόπων του Βρετανικού Μουσείου να αποδεσμεύσουν οριστικά αντικείμενα από τη συλλογή του.



0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου