Δελτία τύπου των Τούρκων ανακοινώνει πάντα ο Αμερικανός πρέσβυς στην Άγκυρα, δείχνοντας ξεκάθαρα ότι λειτουργεί υπέρ των συμφερόντων του Ερντογάν και όχι της Αμερικής.
Το ισραηλινό πλήγμα που σημειώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα σε συριακή αεροπορική βάση ενδέχεται να αποτέλεσε πολιτική απόπειρα να «παρασυρθεί» η Τουρκία σε μια σύγκρουση, ενόψει των ισραηλινών εκλογών που είναι προγραμματισμένες για το φθινόπωρο, δήλωσε ο προκλητικός πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Άγκυρα και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, διατηρώντας υψηλούς τόνους κατά του Τελ Αβίβ για το συγκεκριμένο ζήτημα, ανακοινώνοντας δελτίου τύπου που υπαγορεύει ο Ερντογάν.
Μετά την επιδρομή στην αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ, στη βορειοδυτική Συρία, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε ότι η βάση επλήγη λόγω φόβων πως η Τουρκία επρόκειτο να εγκατασταθεί εκεί, δημιουργώντας απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ. Ισραηλινοί αναλυτές εκτίμησαν ότι η Άγκυρα σκόπευε να εγκαταστήσει στη βάση ραντάρ αεράμυνας και επιθετικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Σε συνέντευξή του σε διαδικτυακή πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης, ο Μπάρακ λειτουργώντας σαν Τούρκος της κυβέρνησης Ερντογάν και όχι σαν Αμερικανός πρέσβυς, χαρακτήρισε αβάσιμους αυτούς τους ισχυρισμούς, λέγοντας ότι στη συγκεκριμένη εγκατάσταση δεν υπήρχαν τουρκικά στρατιωτικά μέσα, ούτε η Άγκυρα σχεδίαζε να εγκατασταθεί στη βάση.
Ο Αμερικανός προκλητικός απεσταλμένος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο το Ισραήλ να επιχειρούσε να «προκαλέσει τους Τούρκους», στο πλαίσιο μιας «πολύ επιθετικής, αλλά πολιτικά δημοφιλούς προεκλογικής τακτικής», ενόψει των γενικών εκλογών του Οκτωβρίου, στις δημοσκοπήσεις για τις οποίες ο Νετανιάχου εμφανίζεται να υστερεί.
Αμέσως μετά το ισραηλινό πλήγμα, ο Μπάρακ για να ρίξει λάδι στην φωτιά δείχνοντας το πόσο επικίνδυνος είναι, είχε δηλώσει ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να είχε απογειώσει μαχητικά αεροσκάφη για να αναχαιτίσει τα ισραηλινά αεροσκάφη, κάτι που θα δημιουργούσε τον κίνδυνο μιας «αχρείαστης κλιμάκωσης».
Το Σάββατο πήγε ακόμη πιο μακριά, υποστηρίζοντας προκλητικά και ανεύθυνα ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να είχε οδηγήσει ακόμη και σε «Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο».
Στην ίδια συνέντευξη, ο Μπάρακ παρουσίασε και μια δεύτερη πιθανή εξήγηση για την ισραηλινή επιδρομή: να υπήρξε «πρόβλημα επικοινωνίας» μεταξύ του γραφείου του Νετανιάχου, των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων (IDF) και της υπηρεσίας πληροφοριών Μοσάντ.
Ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ισραέλ Κατζ, απέρριψε τις δηλώσεις του Μπάρακ με μια ασυνήθιστα έντονη ανακοίνωση, η οποία εκδόθηκε το απόγευμα του Σαββάτου, κατά τη διάρκεια του εβραϊκού Σαμπάτ.
Ο Κατζ υποστήριξε ότι οι IDF είχαν εισηγηθεί επανειλημμένα την πραγματοποίηση πλήγματος στην Αμπού αλ-Ντουχούρ, «υπό το φως σαφών πληροφοριών» ότι η Τουρκία σκόπευε να «πραγματοποιήσει επιχειρήσεις» στη συγκεκριμένη εγκατάσταση.
Ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε δοθεί «άμεση προειδοποίηση» στη συριακή κυβέρνηση και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ενημερωθεί εκ των προτέρων – κάτι που ο Μπάρακ έχει αρνηθεί.
«Ο Ερντογάν πιάστηκε με το χέρι στο βάζο με τα μπισκότα και αναγκάστηκε να υποχωρήσει», δήλωσε ο Κατζ, καταδικάζοντας την προσπάθεια, όπως είπε, να αποδοθούν πολιτικά κίνητρα στο ισραηλινό πλήγμα.
Ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας επέκρινε επίσης τον Μπάρακ επειδή χαρακτήρισε τα Υψίπεδα του Γκολάν «κατεχόμενο» συριακό έδαφος. Τη Δευτέρα, πάντως, ο Αμερικανός διπλωμάτης ανασκεύασε τις τοποθετήσεις αυτές, λέγοντας πως «η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών για το Γκολάν καθορίστηκε από τον Πρόεδρο Τραμπ το 2019 και παραμένει αμετάβλητη». Το Ισραήλ κατέλαβε την περιοχή στον πόλεμο του 1967 και αργότερα την προσάρτησε, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ αναγνώρισε κατά την πρώτη προεδρική θητεία του την ισραηλινή κυριαρχία επί της περιοχής.



0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου