Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Ι. Σαρμάς: Αποκλειστικά υπεύθυνος ο Άρειος Πάγος για την ανανέωση της θητείας στην ευρωπαϊκή εισαγγελία

 



O πρώην Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και Υπηρεσιακός Πρωθυπουργός το 2023 κ. Ιωάννης Σαρμάς, μιλά στο Liberal.gr και ερμηνεύει τα χαμηλά  ποσοστά αποδοχής της Δικαιοσύνης στην κοινωνία, εξηγεί τα όρια αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και βλέπει ότι η μόνη χρήσιμη αλλαγή στoν τρόπο εκλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, είναι η Συνταγματική κατοχύρωση όσων ισχύουν σήμερα. 

Εκφράζει τον προβληματισμό του για τον τρόπο με τον οποίο πολιτικά πρόσωπα αποδίδουν  κακόβουλες προθέσεις σε δικαστικούς λειτουργούς και εμηνεύει νομικά τους λόγους που οδήγησαν τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ.Π.Τζαβέλα στην απόφαση να μην ανασύρει από το αρχείο την υπόθεση των υποκλοπών. 

Συνέντευξη στον Γιώργο Κακούση

Κύριε Πρόεδρε, τα τελευταία χρόνια, με διάφορες αφορμές, η Δικαιοσύνη έχει γίνει αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης. Πιστεύετε ότι αυτό έχει οδηγήσει στην καχυποψία που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις για τον θεσμό;

Τα ποσοστά εμπιστοσύνης των πολιτών προς τον δικαστικό θεσμό εμφανίζονται χαμηλά στις δημοσκοπήσεις. Η ευθύνη, ωστόσο, δεν εντοπίζεται στους ίδιους τους δικαστικούς χειρισμούς, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτοί ερμηνεύονται από παράγοντες που αποδίδουν συστηματικά κακόβουλες προθέσεις στους δικαστικούς λειτουργούς, κάθε φορά που οι αποφάσεις τους αποκλίνουν από τις προσδoκίες των παραγόντων αυτών.

Το ποινικό δίκαιο έχει μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι κατηγορίες που διατυπώνονται — κυρίως κατά κυβερνητικών στελεχών — προβάλλονται ως αδιαμφισβήτητη ενοχή. Έτσι, όταν δεν ασκείται ποινική δίωξη, ο δικαστής που απάλλαξε ταυτίζεται αυτόματα με την ανεπαρκή έρευνα ή, χειρότερα, με συνέργεια στη διαφυγούσα ευθύνη

Η τελευταία απόφαση που συζητήθηκε πολύ είναι η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ.Παναγιώτη Τζαβέλα για τη μη ανάσυρση της υπόθεσης των υποκλοπών. Ποια είναι η νομική εκτίμησή σας ;

Την εν λόγω απόφαση αξιολογώ αποκλειστικά ως νομικό κείμενο.

Η ποινική δικαιοσύνη δεν εκκινεί από μία υποτιθέμενη ενοχή αναζητώντας την επαλήθευσή της· διερευνά τη βασιμότητα κατηγοριών υπό το πρίσμα του τεκμηρίου αθωότητας. Αυτή ήταν η λογική που φαίνεται να ακολούθησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, αποφασίζοντας να μην άρει το οιονεί δεδικασμένο της αρχικής εισαγγελικής πράξης να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο.

Η σχετική διάταξη του νόμου τού αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Εντούτοις, ο ίδιος αυτοδεσμεύτηκε θέτοντας συγκεκριμένα κριτήρια: να υφίστανται σαφείς ενδείξεις ενοχής — όχι εικασίες, υπόνοιες ή ασθενέστατες ενδείξεις — και να αποδεικνύεται πραγματική σύνδεση των εμπλεκόμενων προσώπων με τις υποκλοπές.

Ανά κατηγορία περίπτωσης, η κρίση του ήταν η εξής: ορισμένα πρόσωπα ήταν απλώς δημιουργοί λογισμικού ή εταίροι εμπλεκόμενης εταιρείας· άλλα διοικούσαν εταιρεία που εμπορεύεται λογισμικό ανάλυσης δεδομένων, όχι όμως το Predator· κάποιο τρίτο πρόσωπο, του οποίου η προπληρωμένη κάρτα χρησιμοποιήθηκε από άγνωστο τρίτο για επουσιώδεις αγορές, δεν αποδείχθηκε να συνδέεται με την υπόθεση. Τέλος, το μόνο νέο στοιχείο που σχετιζόταν με το έγκλημα της κατασκοπείας κρίθηκε ανεπίκαιρο, ώστε να θεμελιώσει σχετική πρόθεση.

Εν κατακλείδι, η Ποινική Δικονομία δεν προορίζεται για την επίλυση «μυστηρίων»· αν και υπάρχουν σκοτεινά σημεία στην υπόθεση, αυτά δεν κατέστη δυνατόν να συνδεθούν με συγκεκριμένα πρόσωπα ώστε να στοιχειοθετηθεί κατηγορία εις βάρος τους και, συνακόλουθα, να διεξαχθεί δικαστική έρευνα.

Μέρος της πολιτικής νευρικότητας που επικρατεί περί την Δικαιοσύνη δημιουργήθηκε και από τη νομοθετική πρωτοβουλία για την επιτάχυνση των διαδικασιών για δικογραφίες  που αφορούν βουλευτές. Χρειαζόταν μια τέτοια πρωτοβουλία;

Η ανάγκη μιας τέτοιας πρωτοβουλίας είναι αδιαμφισβήτητη: υπάρχει σαφής λόγος δημοσίου συμφέροντος να διαλευκαίνονται έγκαιρα οι κατηγορίες κατά των αντιπροσώπων του Έθνους. Το ζήτημα, ωστόσο, είναι διαφορετικό: κατά πόσον ο Έλληνας νομοθέτης μπορεί να ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης καθηκόντων από τους εντεταλμένους Ευρωπαίους εισαγγελείς.

Ο Κανονισμός της ΕΕ για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (άρθρο 30) παρέχει στους εν λόγω εισαγγελείς επτά ερευνητικές εξουσίες — έρευνες, κατασχέσεις, παρακολουθήσεις κ.ά. — τις οποίες ασκούν ως ενωσιακά όργανα, χωρίς δυνατότητα εθνικής περιστολής τους, ούτε βεβαίως αντικατάστασής τους από εθνικό όργανο με βάση εθνική πρόβλεψη. Ωστόσο, οι διαδικασίες λήψης αυτών των μέτρων διέπονται από το εθνικό δίκαιο.

Το κρίσιμο άρθρο 35 ορίζει ότι η έρευνα περατώνεται όταν ο εντεταλμένος εισαγγελέας «κρίνει» ότι αυτή έχει ολοκληρωθεί. Η λέξη «κρίνει» είναι καθοριστική: εάν ο εισαγγελέας κρίνει ότι η έρευνά του είναι ανολοκλήρωτη, δεν δικαιούται να την διακόψει και η σχετική εποπτεία ανήκει στο αρμόδιο ενωσιακό όργανο, το οποίο θα αξιολογήσει αν ασκείται ορθά και αναλογικά το διερευνητικό έργο. Το να τεθεί προθεσμία ολοκλήρωσης, και ιδία από την εθνική νομοθεσία, μόνο ως παραίνεση σύντομης ολοκλήρωσης μπορεί να θεωρηθεί.

Οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αντιμετωπίζονται επικριτικά από κάποιους που θεωρούν ότι η τμηματική διαχείριση και αποστολή τους στη Βουλή δημιουργεί θέματα εντυπώσεων αλλά και πολιτική ομηρία των υπό έρευνα προσώπων. Σας προβληματίζει και εσάς αυτή η διαχείριση;

Το ευρύτερο πρόβλημα της εύκολης και πρόωρης άσκησης ποινικής δίωξης είναι πραγματικό. Ο νόμος δεν απαιτεί από τους Έλληνες εισαγγελείς γραπτή πιθανολόγηση ενοχής με αυξημένο βαθμό βεβαιότητας — απαίτηση που ισχύει σε Γαλλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο. Αποτέλεσμα: πολίτες, και ιδιαίτερα πολιτικοί, υφίστανται επαχθείς συνέπειες, πλήγμα στην αξιοπρέπεια και στην ιδιωτική ζωή τους.

Η κ. Κοβέσι διεκδίκησε πολύ πρόσφατα την 5ετή ανανέωση της θητείας των ελλήνων υφισταμένων της με τρόπο που δημιούργησε την εικόνα κόντρας με την ελληνική κυβέρνηση. Τίνος αρμοδιότητα είναι η ανανέωση της θητείας τους;

Τρεις διατάξεις του Κανονισμού της ΕΕ για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρέχουν σαφή απάντηση. Πρώτον, η θητεία των εντεταλμένων εισαγγελέων είναι πενταετής και ανανεώσιμη. Δεύτερον, διορίζονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατόπιν πρότασης του οικείου κράτους μέλους. Τρίτον, για τους κυρίως Ευρωπαίους εισαγγελείς — σε αντιδιαστολή — ο Κανονισμός προβλέπει ρητώς δυνατότητα παράτασης θητείας από το Συμβούλιο της ΕΕ.

Εφόσον ο Κανονισμός διακρίνει μεταξύ «παράτασης» και «ανανέωσης», και δεν προβλέπει παράταση για τους εντεταλμένους εισαγγελείς, η ανανέωση συνιστά νέο διορισμό και πρέπει να ακολουθεί η ίδια διαδικασία με τον αρχικό: πρόταση από το κράτος μέλος - στην Ελλάδα, αποκλειστικά από το ανώτατο δικαστικό συμβούλιο του Αρείου Πάγου. Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όφειλε να ενημερώσει εγκαίρως τον Έλληνα Υπουργό Δικαιοσύνης για τη λήξη της θητείας, ώστε εκείνος να κινήσει τη διαδικασία μέσω του Αρείου Πάγου. Ο Άρειος Πάγος, κυριαρχικά και χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε έκφραση επιθυμίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, θα αποφάσιζε για τον διορισμό νέων εντεταλμένων εισαγγελέων ή την ανανέωση της θητείας των υπηρετούντων.

Τρεις επιπλέον παρατηρήσεις επιβάλλονται: Πρώτον, η συγκεκριμένη διαδικασία είναι η πάγια πρακτική που τηρείται και σε άλλα ευρωπαϊκά όργανα — θα ήταν αδιανόητο, π.χ., το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο ή το Δικαστήριο της ΕΕ να ανανεώνουν μονομερώς τις θητείες των μελών τους. Δεύτερον, η εκκρεμότητα συγκεκριμένων υποθέσεων δεν μπορεί να αποτελεί αυτοτελή λόγο παράτασης ή ανανέωσης θητείας· κατά τη λήξη της, οι εκκρεμείς υποθέσεις παραδίδονται στον διάδοχο ή αναδιανέμονται. Τρίτον, οι όποιες διαφορές μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των εθνικών οργάνων πρέπει να επιλυθούν σε πνεύμα καλόπιστης συνεργασίας, όπως επιβάλλει το ενωσιακό δίκαιο.

Στις επιστολές της κ. Κοβέσι προς τον υπουργό Δικαιοσύνης υπάρχει σαφής υπαινιγμός για την ανάγκη κατάργησης του Αρ.86. Ποια είναι η γνώμη σας;

Το άρθρο 29 του Κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, που αφορά στην άρση προνομίων ή ασυλιών, είναι απολύτως σαφές. Όταν το Σύνταγμα κράτους μέλους προβλέπει προνόμιο ή ασυλία προσώπου έναντι ποινικής δίωξης, η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εξαντλείται στην αιτιολογημένη υποβολή αιτήματος άρσης. Η επιλογή του ρήματος «υποβάλλει» στον Κανονισμό δεν είναι τυχαία: αποτυπώνει στάση σεβασμού. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν έχει εξουσία να απαιτήσει και να επιτύχει την άρση — μόνο να την αιτηθεί.

Αξίζει να υπομνησθεί ότι ακόμη και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης — το πανίσχυρο και καταξιωμένο αυτό όργανο — έχει μόνο, χάριν σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας, την εξουσία να αποφαίνεται επί της συμβατότητας εθνικής νομοθεσίας με το ενωσιακό δίκαιο. Δεν δικαιούται να την ακυρώσει, ούτε να απαιτήσει την τροποποίησή της. Το μήνυμα είναι σαφές: η Ευρωπαϊκή Ένωση ασκεί δοτές αρμοδιότητες, και όλα τα όργανά της οφείλουν να το αντιλαμβάνονται και να το σέβονται. Η αρχή της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου έχει τα όριά της.

Οι εκπρόσωποι των δικαστικών οργανώσεων, διεκδικούν αποφασιστικότερο έως και αποκλειστικό ρόλο στην εκλογή των ηγεσιών των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Θα βοηθούσε αυτό στην κατεύθυνση της ανεξαρτησίας μεταξύ των θεσμών

Η μόνη εύλογη θεσμική βελτίωση θα ήταν η συνταγματική κατοχύρωση των υφιστάμενων νομοθετικών προβλέψεων: η ακρόαση των υποψηφίων από τη Βουλή και η ψηφοφορία στις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Ενδεχομένως και ένας περαιτέρω, συνταγματικός πάλι και εδώ, περιορισμός του αριθμού των υποψηφίων με κριτήριο την αρχαιότητα.

Είστε αισιόδοξος ότι θα προκύψει κάτι καλύτερο από την διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος; Είναι μια διαδικασία από την οποία θα μπορούσαν να προκύψουν βελτιώσεις ουσίας;

Η πραγματικά μεταρρυθμιστική τομή θα ήταν η ίδρυση ενός πραγματικού Συνταγματικού Δικαστηρίου. Μια τέτοια αλλαγή θα μεταμόρφωνε ριζικά το θεσμικό τοπίο της χώρας και θα έθετε οριστικό τέλος στα προβλήματα που ταλανίζουν διαχρονικά τον συνταγματικό μας βίο.




0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου