Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης συμμετείχε σε συζήτηση με τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου António Costa, στο πλαίσιο του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών. Τη συζήτηση συντόνισε ο δημοσιογράφος του CNN International, Frederik Pleitgen. Ακολουθούν οι τοποθετήσεις του Πρωθυπουργού (ανεπίσημη μετάφραση από τα αγγλικά):
Στην εισαγωγική του τοποθέτηση, αναφερόμενος στον πόλεμο στο Ιράν και τις οικονομικές του επιπτώσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη, ο Πρωθυπουργός σημείωσε:
Πιστεύω ότι ενδεχομένως βρισκόμαστε μπροστά σε μια κρίση πολύ σοβαρών διαστάσεων. Είναι θέμα χρόνου. Εάν ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ συνεχιστεί για σημαντικό χρονικό διάστημα, θα αντιμετωπίσουμε διαταραχές στον εφοδιασμό με αργό πετρέλαιο και παράγωγα πετρελαίου. Θα έχουμε σημαντικές αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας, θα έχουμε ελλείψεις σε λιπάσματα και, κατά πάσα πιθανότητα, θα έχουμε έξαρση του πληθωρισμού και σημαντική μείωση των ρυθμών ανάπτυξής μας.
Αυτό θα επηρεάσει όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Η Ελλάδα μπορεί να τα πηγαίνει καλύτερα από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αυτή την περίοδο, αλλά δεν είμαστε απρόσβλητοι από μια κρίση τέτοιας κλίμακας.
Επομένως, συμφωνώ με τον António ότι πρώτη προτεραιότητα είναι να επιτευχθεί μια διαρκής εκεχειρία που ουσιαστικά θα μας επαναφέρει στην κατάσταση που επικρατούσε πριν από τον πόλεμο, επειδή τα Στενά του Ορμούζ ήταν ανοιχτά. Είμαστε μια από τις ισχυρότερες χώρες ως προς τη ναυτιλία. Δεν μπορούμε να δεχτούμε την έννοια ότι μια ανοιχτή θαλάσσια οδός θα υπόκειται σε τέλη ή σε οποιαδήποτε πληρωμή.
Αυτό θα έθετε ένα καταστροφικό προηγούμενο. Πρέπει λοιπόν να καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να υποστηρίξουμε μια διπλωματική λύση, αλλά πρέπει επίσης να είμαστε έτοιμοι -αυτό θα συζητηθεί αύριο- για ένα χειρότερο ενδεχόμενο.
Είδαμε τι συνέβη στην περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία. Είδαμε πόσο εξαρτημένοι ήμασταν από το ρωσικό φυσικό αέριο. Και πιστεύω ότι αυτή η κρίση αποτελεί επίσης μια ακόμη ευκαιρία να αναπροσαρμόσουμε τη στρατηγική μας όσον αφορά στη στρατηγική αυτονομία και την ανθεκτικότητά μας στον τομέα της ενέργειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Διότι έχουμε δώσει μεγάλη έμφαση στην απανθρακοποίηση, και είμαστε πρωτοπόροι, αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι ο μόνος στόχος. Η ασφάλεια εφοδιασμού, η βιωσιμότητα της βιομηχανίας μας πρέπει να βρίσκονται στην κορυφή των προτεραιοτήτων μας.
Μιλάμε πολύ για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Δεν μιλάμε για τη διαθεσιμότητα καυσίμου για αεροσκάφη, αυτό είναι ένα πραγματικό ζήτημα στις μέρες μας. Οπότε θα ήθελα να παροτρύνω όλους μας -και έχουμε κάνει αυτές τις συζητήσεις- να επιδεικνύουμε πολύ περισσότερο πραγματισμό και να έχουμε έτοιμο ένα σχέδιο Β σε περίπτωση που αυτή η κρίση παραταθεί, επειδή ο οικονομικός αντίκτυπος θα είναι σημαντικός. Και κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να στηρίξει τις κοινωνίες μας επ’ αόριστον χωρίς κάποια μορφή ευρωπαϊκής στήριξης.
Σε ερώτηση για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών της Ευρώπης, ειδικά στην εποχή που η ζήτηση αυξάνεται λόγω των απαιτήσεων της τεχνητής νοημοσύνης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανέφερε:
Καταρχάς, επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω το παράδειγμα της Ελλάδας, το οποίο είναι επίσης αρκετά παρόμοιο με αυτό της Πορτογαλίας, ως περίπτωση ενός ενεργειακού μείγματος που αποφέρει αποτελέσματα για τους Έλληνες καταναλωτές.
Πριν από επτά χρόνια αποφασίσαμε να διακόψουμε σχεδόν απόλυτα την καύση λιγνίτη -κυρίως για περιβαλλοντικούς λόγους αλλά και για λόγους κόστους, καθώς ο άνθρακας γίνεται πολύ ακριβός εάν συνυπολογίσεις το κόστος των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα- και να στραφούμε προς ένα ενεργειακό μείγμα όπου βασιζόμαστε στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στο φυσικό αέριο για το βασικό φορτίο που χρειαζόμαστε για τις ανάγκες μας.
Είμαστε πλέον μία από τις κορυφαίες χώρες στην ηλεκτροπαραγωγή από ανανεώσιμες πηγές. Είδατε αρκετές ανεμογεννήτριες στη διαδρομή προς τους Δελφούς. Έτσι, ο συνδυασμός αιολικής, ηλιακής και υδροηλεκτρικής ενέργειας μας επιτρέπει πλέον να έχουμε σημαντικά χαμηλότερες τιμές σε σύγκριση με πολλές από τις γειτονικές μας χώρες και να μετατρέψουμε την Ελλάδα από καθαρό εισαγωγέα ηλεκτρικής ενέργειας σε καθαρό εξαγωγέα.
Ασφαλώς, για να εξάγουμε περισσότερο -και να εισάγουμε περισσότερο όταν απαιτείται- χρειαζόμαστε περισσότερα δίκτυα. Αυτό αποτελεί πρόκληση. Η αλήθεια είναι -και έχω μιλήσει πολύ ξεκάθαρα για το ζήτημα αυτό- ότι η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας είναι εντελώς κατακερματισμένη. Δεν διαθέτουμε ενιαία αγορά ενέργειας στην Ευρώπη. Οι χώρες που παράγουν φθηνή ενέργεια δεν επιθυμούν απαραίτητα να τη μοιραστούν με άλλες, και πρέπει να ξεπεράσουμε αυτό το εμπόδιο.
Ταυτόχρονα, όμως, αυτό που είπε ο António είναι εξαιρετικά σημαντικό. Αν πρόκειται να εισάγουμε φυσικό αέριο -και θα χρειαστεί να το κάνουμε-, ας φροντίσουμε να το προμηθευόμαστε από αξιόπιστους εταίρους.
(Παρέμβαση του συντονιστή για το εάν εάν στο παρελθόν η ενεργειακή πολιτική στην Ευρώπη επηρεάστηκε από ιδεολογικά κριτήρια)
Πρέπει να είμαστε ανενδοίαστα πραγματιστές, να κατανοήσουμε ότι η πυρηνική ενέργεια θα αποτελέσει μέρος της λύσης και θα ήταν προτιμότερο να αναπτύξουμε τη δική μας τεχνολογία αντί να την εισάγουμε ξανά από τις ΗΠΑ ή από την Κορέα ή από οποιαδήποτε άλλη χώρα διαθέτει πυρηνική τεχνογνωσία.
Ερωτηθείς για τον ρόλο της Ευρώπης στις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ιράν, ο Πρωθυπουργός απάντησε:
Καταρχάς, θα ήθελα να επισημάνω ότι πρώτη μας προτεραιότητα ήταν να διασφαλίσουμε την προστασία της εδαφικής ακεραιότητας όλων των κρατών μελών μας. Τα γεγονότα στην Κύπρο αποτέλεσαν, κατά τη γνώμη μου, μια σημαντική δοκιμασία για πολλά κράτη μέλη.
Ουσιαστικά για πρώτη φορά πειραματιστήκαμε με την πρακτική εφαρμογή του Άρθρου 42, παράγραφος 7 των ευρωπαϊκών συνθηκών, το οποίο συνιστά τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες -εμείς πρώτοι, για γεωγραφικούς και ιστορικούς λόγους- στήριξαν την Κύπρο με την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων. Και αυτό που επιδιώκουμε τώρα -και αποτελεί σαφώς ελληνική προτεραιότητα- είναι να εξετάσουμε πώς, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο επαναληφθεί, θα μπορούσαμε να ανταποκριθούμε πιο αποτελεσματικά. Διότι αυτό θα αποτελέσει σαφή ένδειξη ότι αντιμετωπίζουμε σοβαρά τη στρατηγική μας αυτονομία.
Δεύτερον, οικοδομούμε στρατηγικές εταιρικές σχέσεις με τις χώρες του Κόλπου -θεωρώ ότι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος και υπό την ηγεσία του António. Εμείς το έχουμε πράξει και διμερώς, διαθέτουμε στρατηγικές εταιρικές σχέσεις με τις χώρες αυτές. Τις στηρίξαμε σε περιόδους μεγάλης δυσκολίας, καθώς θεωρούμε ότι οι χώρες του Κόλπου διαδραματίζουν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στο περιφερειακό αποτύπωμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ωστόσο, όσον αφορά στις διαπραγματεύσεις, παρότι συμμεριζόμαστε ορισμένους από τους στόχους που τέθηκαν, δεν πρόκειται για πόλεμο της Ευρώπης. Επομένως, η ευθύνη για τη διαπραγμάτευση του τερματισμού του πολέμου ανήκει πρωτίστως στα μέρη που εμπλέκονται ενεργά.
Οφείλουμε, συνεπώς, να είμαστε ρεαλιστές ως προς το τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να κάνουμε. Είμαστε, ωστόσο, έτοιμοι να στηρίξουμε και να συμμετάσχουμε σε κάθε πρωτοβουλία στην οποία μπορούμε να έχουμε ουσιαστική συνεισφορά.
Επιστρέφοντας στο ζήτημα της ναυσιπλοΐας, για την Ελλάδα αυτό αποτέλεσε προτεραιότητα στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Προήδρευσα του Συμβουλίου Ασφαλείας πριν από μερικούς μήνες και το θέμα της συνεδρίασης ήταν η ελευθεροπλοΐα. Δεν μπορούσα τότε να φανταστώ πόσο επίκαιρο θα γινόταν αυτές τις ημέρες. Το να διασφαλίσουμε, ωστόσο, ότι έχουμε ενεργό ρόλο σε αυτό το πεδίο -ιδίως καθότι η Ευρώπη, όχι μόνο λόγω της Ελλάδας, αλλά μέσω και άλλων χωρών, αποτελεί παγκόσμια δύναμη στη ναυσιπλοΐα- αυτό, για παράδειγμα, είναι ένα ζήτημα όπου μπορούμε να διαδραματίσουμε ρόλο.
Εάν προέκυπτε ανάγκη για μια πολυεθνική δύναμη που θα επιτηρεί μία εκεχειρία, εφόσον αυτό κρινόταν απαραίτητο, θα ήμασταν πρόθυμοι να συμβάλλουμε. Το έχουμε ήδη πράξει στην Ερυθρά Θάλασσα. Η Ελλάδα ηγήθηκε της επιχείρησης «Aspides» για την προστασία των θαλάσσιων μεταφορών από επιθέσεις των Χούθι.
Αν θέλω να είμαι ειλικρινής, στο ερώτημα αν είμαι ικανοποιημένος από τη συνολική συμμετοχή των ευρωπαϊκών χωρών, η απάντηση είναι όχι. Θα μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα, γι’ αυτό και ενθαρρύνουμε τους Ευρωπαίους εταίρους μας. Αν θέλουμε να αντιμετωπίζουμε σοβαρά τη στρατηγική αυτονομία, αυτό δεν αφορά μόνο την ηγεσία της Ένωσης, τα κράτη μέλη είναι εκείνα που εισφέρουν τους πόρους. Εάν μπορούν να στείλουν πλοία δέκα κράτη μέλη, για παράδειγμα, είναι διαφορετικό από το να στέλνουν τρία.
Επομένως, ένα σημαντικό μέρος της ευθύνης βαρύνει και εμάς. Εάν πράγματι επιθυμούμε να έχουμε ουσιαστικό ρόλο στο τραπέζι των εξελίξεων, οφείλουμε να το αποδεικνύουμε έμπρακτα. Πρέπει να είμαστε παρόντες και να καταδεικνύουμε σε όλους τους δρώντες της περιοχής ότι έχουμε κάτι ουσιαστικό να προσφέρουμε.
Αναφερόμενος πιο συγκεκριμένα σε πεδία όπου η Ευρώπη μπορεί να αναλάβει πρωτοβουλίες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε:
Θα ήθελα απλώς να επισημάνω ότι, και πάλι, πρόκειται για μια ιδιαίτερα σύνθετη κατάσταση. Ασφαλώς, υπάρχει η ίδια η σύγκρουση, ωστόσο υπάρχουν και άλλα πεδία στα οποία μπορούμε και οφείλουμε να εμπλεκόμαστε περισσότερο:
Λίβανος. Πρέπει να τον στηρίξουμε, και ήδη το πράττουμε. Για παράδειγμα, μόλις αποστείλαμε ακόμη ένα αεροσκάφος με ανθρωπιστική βοήθεια, το ίδιο έχουν πράξει πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οφείλουμε να διαδραματίσουμε ενεργό ρόλο στον Λίβανο. Αν μπορούμε να έχουμε ενεργό ρόλο ως προς τη διαμεσολάβηση για την επίτευξη μιας διαρκούς ειρήνης μεταξύ του Λιβάνου και του Ισραήλ, αυτό θα ωφελήσει συνολικά την περιοχή.
Γάζα και η ανοικοδόμησή της, θέση που εκφράζει τόσο η Ελλάδα όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση, με κατάληξη τη λύση δύο κρατών.
Προστασία των χριστιανικών πληθυσμών στην ευρύτερη περιοχή, ιδίως στη Συρία, όπου υπάρχουν αρκετές αναφορές για διώξεις χριστιανών.
Συνεπώς, υπάρχουν τομείς στους οποίους μπορούμε να είμαστε ενεργοί. Διαθέτουμε τόσο τις διασυνδέσεις όσο και την τεχνογνωσία ώστε να καταστούμε, ενδεχομένως, και πιο αποτελεσματικοί, σε συνεργασία με τους Αμερικανούς συμμάχους μας. Διότι, παρά όσα λέγονται και παρά τις όποιες δυσκολίες ή αναταράξεις ενδέχεται να προκύψουν, εξακολουθώ να πιστεύω στη διατλαντική συνεργασία.
Εάν εξετάσει κανείς τις στρατηγικές προκλήσεις, από την Ανατολή, θα πρέπει να βρούμε τρόπους να συνεργαστούμε πιο αποτελεσματικά.
Ερωτηθείς για τις ενέργειες που πρέπει να κάνει η ΕΕ ώστε να αυξήσει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή, ο Πρωθυπουργός σημείωσε:
Μπορούμε να το επιτύχουμε με το να είμαστε -πρέπει να είμαστε- πρακτικοί, όσο κι αν εκτιμώ αυτές τις ενδιαφέρουσες συζητήσεις.
Ο Λίβανος χρειάζεται ανθρωπιστική βοήθεια και ο λιβανέζικος στρατός χρειάζεται εξοπλισμό. Το ερώτημα είναι: ποιος μπορεί να αναλάβει δράση; Πρέπει να είμαστε απολύτως πρακτικοί. Το έχουμε ήδη πράξει, πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν πράξει το ίδιο, αλλά αν πιστεύουμε ότι μπορούμε να αποτελέσουμε γεωπολιτικό παράγοντα απλώς διατυπώνοντας ευχάριστες δηλώσεις από τις Βρυξέλλες, αυτό δεν θα μας οδηγήσει πολύ μακριά.
Στην Αίγυπτο, για παράδειγμα -και είμαι ένθερμος υποστηρικτής της ανάδειξης της σημασίας της Αιγύπτου για την Ευρώπη- έχουμε σημειώσει ουσιαστική πρόοδο. Έχουμε διαθέσει χρήματα και διαχειριζόμαστε από κοινού το μεταναστευτικό ζήτημα. Το ίδιο ισχύει για τη Λιβύη. Έχουμε ζωτικό συμφέρον να σταθεροποιηθεί η Λιβύη και να διασφαλιστεί ότι δεν θα αποτελέσει πεδίο εξωτερικών παρεμβάσεων. Έχουμε αναλάβει δράση. Είμαστε παρόντες και προσπαθούμε να στηρίξουμε την ακτοφυλακή της.
Πρόκειται, θα έλεγα, για μια σκληρή realpolitik. Ενδέχεται να μην βρισκόμαστε ακόμη στο σημείο που θα επιθυμούσαμε, ωστόσο σημειώνουμε πρόοδο -διαθέτουμε πλέον Επίτροπο για τη Μεσόγειο. Και δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί μια ιδιόμορφη οντότητα: από τη μία πλευρά υπάρχει η Επιτροπή και από την άλλη 27 κράτη μέλη. Αναπόφευκτα, λοιπόν, θα προκύπτουν ολοένα και περισσότερες πρωτοβουλίες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως «συμμαχίες των προθύμων», διότι…
(Παρέμβαση του συντονιστή για το κατά πόσον θα συνεχίσουν να συγκροτούνται τέτοιες συμπράξεις)
Νομίζω ότι αυτό ήδη συμβαίνει. Επιτρέψτε μου να επανέλθω στην επιχείρηση «Aspides». Ορισμένες χώρες θα συνεισφέρουν, ενώ άλλες όχι -και θεωρώ ότι αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Κάποιες χώρες ενδέχεται να έχουν μεγαλύτερο συμφέρον να εμπλακούν.
Στην περίπτωση της Ουκρανίας, που συνιστούσε υπαρξιακή απειλή, καταφέραμε να καταλήξουμε σε μια ευρωπαϊκή λύση. Πιστεύω ότι οφείλουμε να είμαστε υπερήφανοι για το γεγονός ότι παραμείναμε ενωμένοι, καθώς επρόκειτο για μια υπαρξιακή απειλή για την Ευρώπη στο σύνολό της.
Αν μπορούμε να επιτυγχάνουμε αντίστοιχες αντιδράσεις και σε άλλες κρίσεις, θα ήταν εξαιρετικό. Εάν, όμως, αυτό δεν είναι εφικτό, τότε χρειάζεται να αναζητούμε περισσότερο ad hoc λύσεις. Δηλαδή, τα κράτη που είναι περισσότερο πρόθυμα, πιο έτοιμα ή ενδιαφέρονται περισσότερο -συχνά και λόγω γεωγραφικής εγγύτητας- να μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά σε αυτού του είδους τις πρωτοβουλίες.
Σε ερώτηση σχετικά με την ευρωπαϊκή στήριξη στην Ουκρανία και το ζήτημα των αμυντικών δαπανών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπογράμμισε:
Είμαστε ικανοποιημένοι που προχωρά η επίλυση του ζητήματος του δανείου προς την Ουκρανία -αυτό ελπίζουμε. Έχουμε ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις μας, τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά. Η Ελλάδα έχει στηρίξει την Ουκρανία, παρά το γεγονός ότι αυτή η πολιτική δεν ήταν πάντοτε ιδιαίτερα δημοφιλής στη χώρα, λόγω των ιστορικών και πολιτιστικών δεσμών με τη Ρωσία. Ωστόσο, ήμουν σαφής στην προσπάθειά μου να εξηγήσω στους πολίτες ότι είμαστε μια χώρα που πάντοτε θα υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο και ότι η παραβίαση συνόρων δια της βίας δεν μπορεί ποτέ να γίνει αποδεκτή.
Αν λάβει κανείς υπόψη τη γεωγραφική μας θέση και τις απειλές που αντιμετωπίζουμε, γίνεται σαφές γιατί αυτή αποτελεί θέση αρχής που πρέπει να προασπίζεται με κάθε κόστος. Θα συνεχίσουμε, λοιπόν, να πράττουμε ό,τι απαιτείται σε σχέση με την Ουκρανία. Είμαι βέβαιος ότι, τελικά, και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση, ώστε να καταστεί δυνατή μια λύση μέσω διαπραγματεύσεων, κι όχι από θέση αδυναμίας.
Θα ήθελα, επίσης, να εκφράσω την πλήρη υποστήριξή μου σε όσα ανέφερε ο António. Στην Ευρώπη έχουμε δύο βασικές προτεραιότητες, και αυτά είναι τα ζητήματα που μας απασχολούν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Ανταγωνιστικότητα. Υστερούμε, γι’ αυτό έχω υποστηρίξει την ανάγκη για μία ρεαλιστική στρατηγική που θα ισορροπεί αφενός μεταξύ των φιλόδοξων στόχων μας για το κλίμα και αφετέρου της ανάγκης να προστατεύσουμε την ανταγωνιστικότητά μας, να ενισχύσουμε την κοινωνική συνοχή και, ασφαλώς, να στηρίξουμε την αμυντική μας βιομηχανία και να αυξήσουμε τις αμυντικές δαπάνες.
Θυμηθείτε ότι πριν από μερικά χρόνια είχαμε συζητήσεις για τη δημιουργία περισσότερου δημοσιονομικού χώρου, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κανόνων, ώστε να μπορούμε να επενδύουμε περισσότερο στην άμυνα. Το πετύχαμε, γι’ αυτό πλέον έχουμε αυτή τη δυνατότητα. Ωστόσο, χρειάζεται να επενδύσουμε περισσότερο στην άμυνα αλλά και να οικοδομήσουμε τη δική μας βιομηχανία.
Για παράδειγμα, στην Ελλάδα δαπανούμε πάνω από το 3% του ΑΕΠ για την άμυνα. Ασφαλώς, συνεργαζόμαστε με τις Ηνωμένες Πολιτείες, με την Ευρώπη, αλλά πρέπει να ενισχύσουμε και την εγχώρια αμυντική μας βιομηχανία. Σε μια περίοδο όπου η μορφή του πολέμου μεταβάλλεται, δεν μπορούμε να βασιζόμαστε αποκλειστικά σε ακριβά συστήματα αναχαίτισης για την αντιμετώπιση drones χαμηλού κόστους.
Υπάρχει, ωστόσο, σημαντικός δυναμισμός στην Ευρώπη. Έχω δει εντυπωσιακές εταιρείες στην Πορτογαλία, για παράδειγμα. Πρέπει να συνδέσουμε όλες αυτές τις νεοφυείς επιχειρήσεις. Πρέπει να επανεξετάσουμε τις μεθόδους εξοπλισμών και τη νοοτροπία στα Υπουργεία Άμυνας. Συχνά, όταν συνομιλούμε με τους στρατηγούς μας, εξακολουθούν να σκέφτονται για μεγάλα πλοία, μεγάλες πλατφόρμες, μεγάλα αεροσκάφη, υψηλού κόστους. Και λέω: εντάξει, αλλά…
Για τις δυνατότητες συνεργασίας με την Ουκρανία στον τομέα παραγωγής drones ο Πρωθυπουργός επισήμανε:
Το εξετάζουμε και θεωρώ ότι είναι δίκαιο. Εννοώ, έχουμε υποστηρίξει την Ουκρανία, και πιστεύω ότι είναι δίκαιο η Ουκρανία να μοιραστεί μέρος της τεχνολογίας της -και πρόκειται για τεχνολογία αιχμής- μαζί μας και με τους Ευρωπαίους εταίρους που είναι πρόθυμοι να επενδύσουν. Δεν είναι εύκολο. Επαναλαμβάνω, ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν είναι εύκολο είναι ότι η νοοτροπία ήταν διαφορετική.
Για παράδειγμα, δημιουργήσαμε μια ειδική ευέλικτη δομή στο Υπουργείο Άμυνας που ασχολείται αποκλειστικά με την καινοτομία, δημοσιεύει προκηρύξεις, ζητά από νεοφυείς επιχειρήσεις μας να δημιουργήσουν προϊόντα και τα δοκιμάζει σε πραγματικές συνθήκες. Διαθέτουμε ένα σύστημα κατά των drones που εγκαταστήσαμε στις φρεγάτες μας και το οποίο κατέρριψε drones των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα. Το αναπτύξαμε εμείς οι ίδιοι, φέρνει αποτελέσματα. Θα το διαθέσουμε στην αγορά και, αν μπορούμε, θα το πουλήσουμε σε άλλες χώρες.
(Παρέμβαση του συντονιστή σχετικά με επιτάχυνση των διαδικασιών στους εξοπλισμούς στη σημερινή συγκυρία)
Πρέπει να υπάρχει διπλή στόχευση. Από τη μία πλευρά, χρειαζόμαστε μεγάλα συστήματα και πρέπει να είμαστε σε θέση να συνεργαζόμαστε.
Παρακολουθώ με ανησυχία -το συζητήσαμε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο- το γεγονός ότι η Γερμανία και η Γαλλία δεν μπορούν να συμφωνήσουν για ένα κοινό μαχητικό 6ης γενιάς. Συγγνώμη, αλλά δεν μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά στην Ευρώπη να έχουμε δύο διαφορετικά αεροσκάφη. Δεν μπορούμε. Χαίρομαι που έδωσαν στον εαυτό τους περισσότερο χρόνο, πρέπει να βρούμε μια λύση, τα «εγώ» πρέπει να παραμεριστούν, γιατί αυτό είναι πάντα πρόβλημα. Και πρέπει να καταλάβουμε ότι, τουλάχιστον όταν πρόκειται για πραγματικά μεγάλα συστήματα, δεν μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά εξοπλιστικές προμήθειες που είναι κατακερματισμένες σε εθνικό επίπεδο.
Πρέπει να αλλάξουμε τους κανόνες συγχωνεύσεων. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερη κλίμακα. Από τη μία πλευρά, χρειάζεται μεγαλύτερη κλίμακα για τους μεγάλους «παίκτες». Μπορούμε να δημιουργήσουμε μία Airbus σήμερα με τους κανόνες ανταγωνισμού μας; Αμφιβάλλω, αλλά η Airbus συνιστά μία εκπληκτική επιτυχία -πιθανώς το πιο επιτυχημένο παράδειγμα ευρωπαϊκής συνεργασίας για ένα ανταγωνιστικό προϊόν που έχει κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο.
Πρέπει να το κάνουμε αυτό για μερικά από τα μεγάλα συστήματα και ταυτόχρονα να δώσουμε χώρο σε αυτό το εκπληκτικό οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων και να βρούμε ευέλικτες λύσεις που μπορούμε να διαθέσουμε στην αγορά, έχοντας επίγνωση ότι το τοπίο αλλάζει συνεχώς. Και αυτό που μπορεί να είναι συναφές σήμερα, ίσως σε έξι μήνες να μην είναι πλέον.
Σχετικά με τις διατλαντικές σχέσεις και τη στάση της κυβέρνησης Trump ως προς την Ευρώπη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημείωσε:
Πιστεύω ότι, τελικά, έχουμε περισσότερα να κερδίσουμε ενισχύοντας τους εμπορικούς μας δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχουμε επιτύχει πλέον μια ισορροπία, αλλά, τελικά, όλοι πρέπει να ανησυχούμε για το τι συμβαίνει στην Κίνα. Αυτή τη στιγμή η Κίνα είναι η εξαγωγική υπερδύναμη που πλημμυρίζει τον κόσμο με πάρα πολύ φθηνά προϊόντα και απειλεί τη βιομηχανία μας.
Θα έλεγα λοιπόν ότι εξακολουθούμε να έχουμε πολλά περισσότερα κοινά σημεία όσον αφορά τον τρόπο σκέψης μας, στο πλαίσιο ενός διατλαντικού συναπισμού που, ωστόσο, θα αναπροσαρμόσει τον ρόλο της Ευρώπης. Τι εννοώ: πώς μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι μπορούμε να είμαστε σημαντικός εταίρος στο ΝΑΤΟ, για παράδειγμα, αν δεν αυξήσουμε τις αμυντικές μας δαπάνες; Πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας στους τομείς της άμυνας και της ανταγωνιστικότητας, όπως συζητήσαμε. Αυτό θα κάνει αναπόφευκτα τη σχέση με τις ΗΠΑ πιο ισορροπημένη.
Αλλά, επαναλαμβάνω, πιστεύω ακράδαντα ότι τα συμφέροντα της Ευρώπης και των ΗΠΑ, με γνώμονα του τι συμβαίνει στον υπόλοιπο κόσμο, δεν θα αποκλείουν τον ανταγωνισμό, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν τομείς όπου, φυσικά, θα ανταγωνιζόμαστε πάντα. Αλλά αποτελούμε μια τεράστια αγορά και οι ΗΠΑ είναι μια τεράστια αγορά.
Θα ήθελα ξανά να τονίσω αυτό που είπε ο António. Πιστεύουμε στο ελεύθερο εμπόριο, πιστεύουμε ότι το εμπόριο είναι καλό. Μιλώ επίσης εκπροσωπώντας μια ναυτική χώρα. Το 90% του παγκόσμιου εμπορίου πραγματοποιείται μέσω της ναυτιλίας και η ναυτιλία έχει αποδείξει πόσο κρίσιμη είναι για την ευημερία μας. Οπότε, έχουμε επίσης εθνικό συμφέρον στο ελεύθερο εμπόριο, επειδή πρόκειται για έναν πολύ σημαντικό κλάδο.
Πιστεύω ότι αυτή η σχέση μπορεί να βρει μια νέα ισορροπία, αλλά θα ήμουν ευτυχής αν αυτή η νέα ισορροπία ήταν αποτέλεσμα μιας Ευρώπης που είναι ισχυρότερη και που αποδίδει πραγματικά όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα και την άμυνα. Διότι, κοιτάξτε, ο Πρόεδρος Trump έχει τον δικό του τρόπο να εκφράζει τις απόψεις του, είχε όμως δίκαιο όταν είπε ότι η Ευρώπη δεν ξοδεύει αρκετά για την άμυνα; Απολύτως. Μας ώθησε να δαπανήσουμε περισσότερα; Ναι, με τον δικό του τρόπο. Η Ουκρανία, βεβαίως, συνέβαλε επίσης. Έτσι, η σχέση θα είναι πιο ισορροπημένη. Το ΝΑΤΟ θα είναι πιο ισορροπημένο αν δαπανήσουμε περισσότερα. Και αν αναπτύξουμε περισσότερα ευρωπαϊκά έργα, αυτό δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά προς το ΝΑΤΟ. Αυτό είναι εν τέλει καλό για το ΝΑΤΟ.
Όσον αφορά λοιπόν την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία, αν επιτύχουμε περισσότερα αποτελέσματα, αν εξορθολογίσουμε τις προμήθειές μας… Για παράδειγμα, θα υποδεχθώ τον Πρόεδρο Macron στην Αθήνα σε δύο ημέρες. Θα υπογράψουμε την επέκταση της στρατηγικής συνεργασίας μας. Θα σας δώσω ένα πρακτικό παράδειγμα. Αγοράσαμε τα ίδια πλοία με τους Γάλλους. Ακριβώς. Αυτό είναι θετικό. Αυτή είναι η διαλειτουργικότητα. Είχαμε συμμετοχή κι εμείς και θέλουμε να συμμετέχουμε περισσότερο στη διαδικασία παραγωγής.
Αυτό ήταν ουσιαστικά το SAFE πριν υπάρξει το SAFE. Το 2021 είπαμε ότι θα κατασκευάσουμε περίπου τα ίδια πλοία με τους Γάλλους και, φυσικά, θα πληρώσουμε την ίδια τιμή. Αυτές είναι λοιπόν οι πρωτοβουλίες που χρειαζόμαστε και, αν αυτό συμβεί, αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε μια πιο ισορροπημένη σχέση με τις ΗΠΑ.
Για τις σπάνιες γαίες, τα κρίσιμα υλικά, την προμήθεια αερίου και τις γεωτρήσεις για υδρογονάνθρακες στην Ελλάδα ο Πρωθυπουργός ανέφερε:
Αλλά πρέπει επίσης να κατανοήσουμε, να υιοθετήσουμε μια τομεακή προσέγγιση και να εξετάσουμε κλάδους όπου μπορούμε ακόμα να είμαστε ανταγωνιστικοί -και υπάρχουν αρκετοί- και κλάδους όπου η Κίνα έχει ένα ανυπέρβλητο πλεονέκτημα, ή όπου πιθανώς δεν έχει νόημα να επενδύσουμε τόσο πολύ.
Όσον αφορά την ερώτησή σας σχετικά με το φυσικό αέριο, το πραγματικό ερώτημα είναι: θέλουμε να δημιουργήσουμε εκ νέου εξαρτήσεις από παρόχους που έχουν αποδειχθεί εντελώς αναξιόπιστοι; Αναφερθήκατε στην περίπτωση της Γερμανίας. Η Γερμανία εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το πολύ φθηνό φυσικό αέριο, και δείτε την κατάληξη.
Επομένως, ειλικρινά δεν νομίζω ότι υπάρχει αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη η διάθεση, ακόμη και αν ο πόλεμος τελειώσει -και ελπίζουμε, φυσικά, να τελειώσει-, να δημιουργήσουμε εκ νέου αυτές τις ενεργειακές εξαρτήσεις από τη Ρωσία. Επιπλέον, νόμιζα ότι οι ΗΠΑ ήταν πολύ πρόθυμες να μας πουλήσουν φυσικό αέριο. Υπάρχουν και άλλοι προμηθευτές.
Και, φυσικά, στην Ελλάδα αναζητούμε δικό μας φυσικό αέριο. Θα πραγματοποιήσουμε την πρώτη γεώτρηση στην Ελλάδα μετά από περισσότερα από 40 χρόνια, σε συνεργασία με την Exxon και ελληνικές εταιρείες.
Ας μην ξεχνάμε λοιπόν ότι κι εμείς διαθέτουμε σπάνιες γαίες και κρίσιμα υλικά. Και πάλι, στο πνεύμα του να μην έχουμε μία τόσο ιδεολογική προσέγγιση, χρειάζεται να βρούμε μία ισορροπία ανάμεσα στην προστασία του περιβάλλοντος με την ανάγκη πρόσβασης σε κρίσιμα υλικά. Ορισμένα από αυτά ενδέχεται να υπάρχουν στην Ευρώπη και να τα χρειαστούμε τελικά. Ασφαλώς, αν η Ελλάδα ανακαλύψει φυσικό αέριο αυτό θα είναι καλό για την Ελλάδα, προφανώς, αλλά θα είναι καλό και για την Ευρώπη.



0 σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου